ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 1. Ο ΜΙΚΡΟΣ ΨΑΡΑΣ

2. Ο ΓΕΡΟ ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

3. Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

4. Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΙ Η ΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΑΔΡΟΥ

5. ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΡΟΛΟΪ

6. ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΠΕΤΡΑΥΛΑΚΟ

7. Η ΤΡΑΤΑ

8. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΝΙΚΟΛΗΔΕΣ

9. Ο ΠΑΓΑΠΟΝΤΗΣ

10. Ο ΚΥΚΛΩΝΑΣ

11. Ο ΠΑΛΙΟΣ ΑΜΦΟΡΕΑΣ

12. Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

13. Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

14. Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ 

15. Ο ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΙΚΟΣ, Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ
Τον Βασίλη προσωπικά τον γνώρισα στη μεγάλη μου ηλικία, αλλά γι αυτόν άκουα ιστορίες όταν ήμουν πολύ μικρόν παιδί. Άκουα από τους μεγαλύτερους μου να ιστορούν κάποιες περιπέτειες του, και ένας θαυμασμός θέριεψε μέσα μου. Έτσι ύστερα από πενήντα χρόνια όταν εδέησε ο Θεός να γίνω συγγραφέας, αποφάσισα να γράψω γι αυτόν, σμίγοντας κάποιες αλήθειες με τη φαντασία μου, που είχε ως αποτέλεσμα το βιβλίο αυτό.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που εξιστορεί τις περιπέτειες ενός ανθρώπου που από ενωρίς μπήκε στη βιοπάλη, και από ορφανό παντέρμο παιδί κατάφερε μέσα από κακουχίες και σκληρή εργασία, αλλά προπάντων από μια έμφυτη τόλμη και θάρρος που τον διακατείχε, τόλμησε να ξανοιχτεί σε θάλασσας και ωκεανούς και παλεύοντας με τα στοιχεία της θάλασσας, κατάφερε από πάμπτωχο παιδί του χωριού, να γίνει ένας σεβαστός πλούσιος προεστός.


Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΥ


Ο πόνος της μάνας

Κάθε μέρα πριν ο ήλιος βγει, οι χωριανοί την έβλεπαν σκυφτή και θλιμμένη με γρήγορο περπάτημα να πηγαίνει στο ξωκλήσι του Άη Νικόλα να κάνει την προσευχή της. Μια φιγούρα μικρή, χήρα μαυροφορούσα, μια μάνα πονεμένη. Η θάλασσα έπνιξε τον άντρα της και πλάνεψε το παιδί της. Της πήρε ότι είχε πολυτιμότερο στην άραχνη ζωή της.

Και σαν τη στοιχειωμένη με ζέστη και με κρύο, σε ήλιο και βροχή, σκυθρωπή χωρίς μιλιά για κανένα, βουβή και βιαστική σαν την κυνηγημένη από κάποιο στοιχειό, ανεβαίνει το ανηφόρι. Μεγάλος ο πόνος μέσα της, έχασε το παιδί της. Δεν αρρώστησε, δεν πέθανε, μόνο χωρίς να ακούσει το παρακάλιο της έφυγε μακριά στα ξένα.

Το στερνοπαίδι της, το στήριγμα της, πήγε σε άλλες χώρες. Μπαρκάρισε στα καράβια, να βρει το ριζικό του. Γράμμα δεν έστειλε, ούτε χαπάρι. Μακριά από συγγενείς και φίλους, ξένος μέσα σε ξένους  χωρίς γνώριμον, μοναχός να πίνει το πικρόν φαρμάκι του νόστου. Να θαλασσοδέρνεται μέσα στους ωκεανούς και να κινδυνεύει. Ήθελε λέει, να γίνει ταξιδευτής του κόσμου. Να γνωρίσει άλλες θάλασσες και μεγάλες πόλεις.

Δεν νοιάστηκε τη μάνα του ούτε την αδερφή του. Και χάθηκε, πάει καιρός, δεν έχει κανένα μήνυμα του. Κι αν αρρώστησε; Ποιος θα τον νοιαζόταν, ποιος θα τον φρόντιζε; Κι αν πέθανε ποιος θα τον λυπόταν, ποιος θα τον μοιρολογούσε; Μοναχός να ψυχομαχεί, μοναχός να αφήνει την τελευταία πνοή του. Και ύστερα να τον ρίχνουν στη μαύρη θάλασσα να τον φαν τα ψάρια. Κι αν το πλοίο βούλιαζε, κι αν πνιγόταν; Πάλαι μέσα στη θάλασσα να τον τρων τα μαύρα ψάρια, κι η μάνα του να τον καρτερά και νέα του να μην έχει.

Η τύχη της έτσι έγραψεν, έτσι να πάθει, να μείνει μοναχή, και πολυπικραμένη. Να κλαίει να οδύρεται και να γυρεύει το γιο της. Να παρακαλεί καθημερινά τον Άγιο πίσω να τον φέρει.

Και τώρα νάσου την, γονατιστή μπροστά στο εικόνισμα με πόνο στη καρδιά και δάκρυα στα μάτια καταριέται να ξεραθεί η θάλασσα και τα ψάρια να ψοφήσουν. Να μην κινδυνεύει ο γιος της και πίσω να γυρίσει.

Το κορμί της μούδιασε και κοκκάλωσε στην ώρα την πολλή που έμεινε γονατισμένη, απόκαμε το σώμα της. Με κόπο και προσπάθεια σηκώθηκε, ξεμούδιασε λιγάκι και κούτσα κούτσα με βήμα συρτό, πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Το ίδιο δρομολόι καθημερινά, χειμώνα καλοκαίρι. Και οι χωριανοί που την έβλεπαν έλεγαν, -αχ την καημένη, της σάλεψε το μυαλό από τη μεγάλη θλίψη.

 

Νόστιμον ήμαρ

Πέρασαν χρόνια και καιροί, και εδέησεν ο Θεός να φωτίσει τον ξενιτεμένο να θέλει να γυρίσει πίσω. Να πεθυμήσει την θάλασσα στο Δήμμα που μέσα αναγιώθηκε κι ανδρώθηκε. Τις ξέρες του Φουρφουρή και το βουητό της Βρέξης.

Την Αλική του Κούλουρου με το αλμυρό αλάτι και τον ψηλό γκρεμμό του Πάρακα που δέσποζε απ όλους τους άλλους βράχους.

Τους τόπους τους χλωρούς με τις αρκόσσιυλλες, τις σχοινιές, τις τερατσιές, και τους μεγάλους δρύες. Τα ψηλά κριθάρια στους αγρούς το χειμώνα και τους ξερούς κάμπους το καλοκαίρι με τα θερισμένα στάχια να κιτρινίζουν τα χωράφια. Θυμήθηκε τις λαγκαδιές που λαχανιασμένος περπατούσε και έβοσκε τις αίγιες και τους βαθιούς ίσκιους των τρεμιθιών που κάτω ξαπόσταινε και λαγοκοιμόταν.

Βαρέθηκε τους ξένους ουρανούς, πεθύμησε τους δικούς του. Με τον ήλιο τον καυτό να τον καίει, και αυτός σκυφτός τα δίχτυα να υφαίνει. Πεθύμησε τα δροσερά νερά της θάλασσας μέσα να ξαποσταίνει και τα ψηλά χλωρά κίτρινα φύκια που βλάσταιναν στους βράχους να του χαϊδεύουν το γυμνό κορμί.

Μα περισσότερο νοστάλγησε την άμοιρη του μάνα που τη θυμάται να τον αποχαιρετά με μάτια βουρκωμένα και την αδερφή του τη μικρή να του κουνάει το χέρι χωρίς να καταλαβαίνει. Τους παλιούς του φίλους και συγγενείς που δεν τους αποχαιρέτησε, αλλά τώρα στο γυρισμό σίγουρα θα τους χαιρετούσε.

Πήρε λοιπόν την απόφαση να γυρίσει πίσω. Αμέσως μια ανακούφιση τον κυρίευσε και θέριεψε εντός του μια μεγάλη νοσταλγία, έτσι που βιαστικός πήγε στο Μαρκόνη και έστειλε τηλεγράφημα στη μάνα του να της πει πως γυρίζει πίσω.

Ω και τι ανακούφιση, η ψυχή αγάλιασε και γέμισε με πικρόγλυκο άλγος που γέννησε και γιγάντωσε την προσμονή και τη λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα.

Ναι σκέφτηκε, πολλά χρόνια έλειψε, καιρός να επιστρέψει. Να ξανανταμώσει τους δικούς του και τα μέρη τα αγαπημένα που χαραγμένα μέσα του τα είχε βαθιά θαμμένα.

 

Ο γυρισμός

Εκείνη τη μέρα έκανε κρύο και ο καιρός έδειχνε πως θα φέρει βροχή. Όμως η γριά Κατερίνα χωρίς να νοιάζεται για τα καιρικά φαινόμενα ανέβαινε το ανηφόρι του Άη Νικόλα και είχε ανάλαφρο βήμα σαν να είχε ξανανιώσει. Την καρδιά της πλημύριζε μια απέραντη χαρά που ομόρφαινε τη ξερακιανή όψη της και έκρυβε τις βαθιές ρυτίδες και τη σκληράδα του πόνου που είχαν χαράξει πάνω οι πολύχρονες πίκρες της μεγάλης προσμονής. Όμως τώρα ήταν ευτυχισμένη, και η καρδιά της πονούσε από την πολλή χαρά.

Και περπατούσε και παραμιλούσε η άμοιρη, και έλεγε με καμάρι δεξιά και αριστερά σε όλο το χωριό.

-Αμ, πώς, τι νομίζατε, δεν θα γύριζε ο γιος μου;

Πριν λίγη ώρα έξω στην αυλή της καθώς σκυθρωπή αγέλαστη και μαγκούφα με τις πόρτες σφαλιστές ξεχώρτιζε το μικρό μποστάνι της, ήρθε ο ταχυδρόμος και της έφερε τα καλά μαντάτα. Φάνηκε από μακριά να κουνά τα χέρια με ένα χαρτί στο χέρι, ένα τηλεγράφημα, να το ανεμίζει, και να φωνάζει με στεντόρεια φωνή,

-θειά Κατερίνα, έρχεται ο Βασίλης, έρχεται ο γιος σου.

Σαν αλαφιασμένη η γριά, έμεινε στήλη άλατος και τον κοίταζε μη μπορώντας να πιστέψει και να συνειδητοποιήσει το καλό μαντάτο.

Έμεινε ώρα ακίνητη ακούγοντας τον ταχυδρόμο να της διαβάζει το τηλεγράφημα και μιλιά δεν έβγαζε. Δέθηκε ένας κόμπος στο λαιμό της και της πήρε τη λαλιά.

Και ύστερα ένας μεγάλος στεναγμός ανακούφισης βγήκε απ τα σωθικά της και ένιωσε ξαναγεννημένη. Και δείκλησε στον ουρανό και είδε το Θεό να της χαμογελά και άρχισε να τον δοξολογεί. Δεικλησε και στον ταχυδρόμο που έφερε τα καλά νέα και τον ευλόγησε με την ευχή της. Και τρεχάτη έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε διάπλατα και φώναξε την κόρη της.

-Ελπίδα ξύπνα, έρχεται ο αδερφός σου. Άνου γοργά και άνοιξε διάπλατα πόρτες και παραθύρια. Και με γοργές κινήσεις γεμάτη ζωντάνια και χαρά, η ίδια άνοιγε ένα ένα τα παραθύρια.

Η κόρη της αγουροξυπνημένη την κοίταε απορημένη, και της λέει,

-μάνα τι έπαθες, χειμώνα καιρό με κρύο τσουχτερό; Τόσα καλοκαίρια με αφόρητη ζέστη τα είχες σφαλιστά, και τώρα καταχείμωνα τα ανοίγεις διάπλατα;

Η γριά Κατερίνα από τη μέρα που έφυγε ο κανακάρης της ο Βασίλης, δεν άνοιγε παράθυρα, και πόρτες. Δεν ήθελε να βγει έξω ο πόνος της, τον ήθελε καταδικό της, να μην τον μοιράζεται με κανένα. Εμίσσεψε ο γιος της και μάρανε η ψυχή της, και χάθηκε το φως της. Τώρα όμως που γύριζε, η χαρά πλημύριζε και ξεχείλιζε τη καρδιά της. Ήθελε να ανοίξει τα πορτοπαραθυρόφυλλα να μπει μέσα το φως Θεού, μαζί με το φως των ομματιών της, τον Βασίλη της.

Έτσι σκεφτόταν η τρελή, έτσι την κατάντησε το μαράζι του μισεμού του γιου της.

 

Ο ΠΑΓΑΠΟΝΤΗΣ

Παλαιότερα το επάγγελμα του Ψαρά δεν απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και συνήθως οι Ψαράδες μάθαιναν από τους γονείς ή συγγενείς τα μυστικά του. Οι βάρκες δεν διέθεταν τα σύγχρονα μηχανήματα όπως συστήματα πλοήγησης, εντοπισμού θέσης, και ασυρμάτους. Ένας καλός ψαράς χρειαζόταν μόνο να έχει αγάπη για τη θάλασσα, να είναι εργατικός και επιδέξιος, και να διαβάζει τον ουρανό και τα άστρα, καθώς και να αντιλαμβάνεται τις καιρικές αλλαγές.

Ο Βασίλης από μικρός κατάφερε με την αγάπη που είχε για τη θάλασσα να γίνει ένας σπουδαίος ψαράς όπου η φήμη του ξεπέρασε το μικρό χωριό του και έφτασε στα πέρατα της Πάφου. Ξανοιγόταν στα πέλαγα και είχε να αντιμετωπίσει το υγρό στοιχείο με τους πολλούς κινδύνους, πολλές φορές σε κακές και άστατες καιρικές συνθήκες. Κυρίως ψάρευε τις νύχτες και επέστρεφε τα ξημερώματα με το κρύο, την υγρασία, τον ήλιο και τις τρικυμίες να τον ταλαιπωρούν πολύ συχνά.

Είχε σωματική ρώμη και τα κατάφερνε καλά, αλλά το ψάρεμα με τα δίχτυα ήταν δύσκολο και κοπιαστικό, γι’ αυτό αποφάσισε να προσλάβει ένα βοηθό.

 

Ο Δημήτρης ήταν ο αργόσχολος του χωριού και την έβγαζε στο καφενείο κουβεντιάζοντας και φιλοσοφώντας με τους απόμαχους ξωμάχους που έσπαζαν τις ατέλειωτες ώρες της ανίας τους και αυτοί στο καφενείο.

Ήταν χαρωπός, ανοιχτόκαρδος, και ευπροσήγορος. Είχε μια χάρη στο λόγο και οι γεροντότεροι τον συμπαθούσαν, αλλά χωρίς να τον ντρέπονται του χτυπούσαν κατάμουτρα το κουσούρι του, δηλαδή πως ήταν ανεπρόκοπος και δεν είχε όρεξη για δουλειά.

Αλλά αυτός τους απαντούσε πως αγαπούσε την εργασία, απλά είχε όνειρα να κάνει μεγάλα πράγματα, και δεν του άρμοζε να γίνει μισταρκός σε κανένα. Απλώς περίμενε τις κατάλληλες συγκυρίες.

Με τον Βασίλη έκαναν παρέα όταν ο καιρός ήταν κακός για ψάρεμα, και στη μικρή ταβέρνα του Φκωνή έπιναν τα κρασάκια τους τις κρύες νύχτες του Χειμώνα καθισμένοι σε ένα παλιό τραπέζι δίπλα στη φωτιά που άναβε στη νηστιά. Δεν τον πείραζε τον Βασίλη που κερνούσε πάντα αυτός, αφού ήξερε πως ο αργόσχολος φίλος του ήταν πάντα απένταρος.

Μια τέτοια βραδιά, ο Δημήτρης του φανέρωσε τις σκέψεις του και του ζήτησε δουλειά. Του εκμυστηρεύθηκε πως έπρεπε να εργαστεί, να φτιάξει ένα μικρό κεφάλαιο για να ανοίξει στην πόλη ένα μπακάλικο. Ο Βασίλης ξαφνιασμένος για την φτωχή επιλογή που διάλεξε ο φίλος του καθώς ήξερε τα μεγάλα όνειρα που είχε, τον ρώτησε γιατί. Και αυτός του απάντησε, θα δεις πως ένας μικρός Μπακάλης σε μια μικρή πόλη με την εξυπνάδα που διέθετε ο ίδιος, μπορούσε γρήγορα να πιάσει την καλή.

 

 Έπιασε δουλειά στο Βασίλη, και έγινε ο βοηθός του. Είχε περισσή όρεξη και έμαθε πολύ γρήγορα τη δουλειά του ψαρά. Καθώς είχε βάλει σχέδιο στο μυαλό του να γίνει γρήγορα ένας επιτυχημένος Μπακάλης, δούλευε σκληρά για να αποχτήσει γρήγορα το κεφάλαιο που χρειαζόταν.

Μέσα στη βάρκα με τις ώρες οι δυο φίλοι έγιναν περισσότερο φίλοι, και ο Βασίλης ευχαριστημένος με την απόδοση του, του έδινε μεγαλύτερο μεροκάματο.

Και ο καιρός περνούσε, πέρασε πολύς καιρός. Όταν επιτέλους ήρθε η ευλογημένη ώρα, με το μικρό κεφάλαιο που μάζεψε και με ένα μικρό δάνειο που του έδωσε ο Βασίλης, μάζεψε τα πράγματα του και έφυγε για την πόλη.

 

Στη πόλη ο Δημήτρης διάλεξε ένα καλό πόστο στο κέντρο του παζαριού, και νοίκιασε ένα μικρό μαγαζί. Έστησε ράφια και τα γέμισε με προϊόντα που αγόρασε άλλα επι πληρωμή και άλλα βερεσέ. Έστησε και ένα πάγκο και πάνω έβαλε μια μηχανοκίνητη ταμιακή μηχανή στην οποία χτυπούσε τα ψωνίσματα.

Έβαλε και μια ταπέλλα που έγραφε «Παντοπωλείο Εδώδιμα και αποικιακά» λέξεις που φιγουράριζαν στα καλά παντοπωλεία. Μέσα έβαλε απ’ όλα σε σημείο που διερωτάτο κάποιος πως σε τόσο μικρό χώρο χωρούσαν τα πάντα. Λάδι, ξύδι, ρύζι, όσπρια, ζάχαρη, ζυμαρικά, μπαχαρικά, τσάι, ζιβανία, κρασί, ούζο, λάμπες, λαμπόγυαλα, κουβαρίστρες, σπάγκους, νήματα, τετράδια, μολύβια, μπογιές, σακοράφες, σπόντες, τσακμάκια, φυτίλια, ασετιλίνη πετρέλαιο.

Ξεκίνησε καλά, και επειδή είχε ποικίλη πραμάτεια, οι άνθρωποι τον υποστήριξαν και έκαμε πολλούς πελάτες. Ανελίχθηκε και πρόκοψε γρήγορα και όλοι τον θαύμαζαν. Το μικρό μπακάλικο έγινε παντοπωλείο, ύστερα υπεραγορά, και τέλος πολυκατάστημα. Ο Δημήτρης έγινε μεγαλοαστός, απέκτησε περιουσία και λογαριαζόταν πλούσιος.

Και περνούσαν τα χρόνια…

Με τον ερχομό του χειμώνα αλάγια σορκών ψάχνουν τροφή στα ρηχά νερά, και το ψάρεμα τους είναι εύκολο. Ήταν τέλη φθινοπώρου θυμάται ο Βασίλης, με τη βάρκα του ψάρευε σορκούς στο Δήμμα, ίσα με τριάντα μέτρα από την ακτή. Καθόταν στη βάρκα του και απολάμβανε τον καλό καιρό με τις ακτίνες του ήλιου από ψηλά να τον ζεσταίνουν ευχάριστα, και βυθισμένος στις σκέψεις του χωρίς να βιάζεται, είχε ριγμένες τις πετονιές και με στωική υπομονή ανάμενε τα ψάρια να τσιμπήσουν. Αγναντεύοντας τα βάθη της θάλασσας είχε την πλάτη στην ακτή και το βλέμμα στον μακρινό ορίζοντα  όπου στην άκρια του ένα πλοίο της γραμμής άφηνε μια στήλη καπνού από το ψηλό φουγάρο.

Η θάλασσα σάλευε όσο μια σταλιά και την απόλυτη ησυχία της απανεμιάς διέκοπτε που και που το κράξιμο κάποιου γλάρου. Ήταν μια απόλυτη σιωπή που σπάνια συνέβαινε στις θάλασσες της Χλώρακας. Έξω στη στεριά επίσης συνέβαινε το ίδιο, καμία ανθρώπινη δραστηριότητα δεν υπήρχε, ήταν σαν όλη η πλάση να κοιμόταν.

Έμοιαζε με νεκρική σιγή, και αυτό υποσυνείδητα το ανησύχησε, ίσως σκέφτηκε να ήταν κακό προμήνυμα.

Ξαφνικά από την ακτή άκουσε θόρυβο, γύρισε και είδε ένα Austin να κυλά στην ανώμαλη ακρογιαλιά. Το αναγνώρισε, ήταν του Δημήτρη. Σήκωσε το χέρι και τον χαιρέτησε, το ίδιο έκανε και ο Φίλος του που αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο σήκωσε τα δυο χέρια και με έντονες κινήσεις του έγνεφε πώς τον ήθελε. Του έγνεψε και ο Βασίλης και τον κάλεσε να βουτήξει, να πάει κοντά του.

Ο Δημήτρης έβγαλε τα ρούχα,  βούτηξε στη θάλασσα, και με μεγάλες οργιές διένυσε την μικρή απόσταση και ανέβηκε στη βάρκα. Αφού είπαν ένα δυο κουβέντες τυπικές, ο Βασίλης τον ρώτησε τι τον ήθελε τόσο επείγον που τον έκανε να φύγει από την πόλη, από την εργασία του για να τον συναντήσει.

Έκπληκτος τον άκουσε να του ζητά να τον προσλάβει ξανά ως βοηθό του.

Ο Δημήτρης διέθετε ένα πολυμήχανο μυαλό και αποφάσισε χωρίς ηθικούς φραγμούς να εκμεταλλευτεί την εξυπνάδα του. Γνώριζε πολλούς τρόπους να προσκομίζεται χρήματα, αλλά αποφάσισε πως τιμιότερος ήταν η κατά λάθος μικροκλοπή. Δεν θα έκλεβε φανερά, αλλά κατά λάθος. Γι αυτό σκέφτηκε να φτιάξει μια επιχείρηση που θα του έδινε τον τρόπο της κατά λάθος υπερχρέωσης των πελατών. Μικρές δικαιολογημένες υπερχρεώσεις που δεν θα έδιναν δικαίωμα σε κανέναν να σκεφτεί ότι ήταν σκόπιμη απάτη. Αποφάσισε πως από τον πάγκο ενός μπακάλικου όπου τα προϊόντα τοποθετούνται στην μια μεριά και αφού χρεωθούν περνούν στην άλλη για να τα παραλάβει ο πελάτης, εύκολα μέσα στα πολλά μπορεί να χρεωθεί κατά λάθος και ένα άλλο.

Τοποθέτησε λοιπόν πάνω στον πάγκο παράμερα σε μια μεριά μια σκόνη πλυσίματος και έναν τενεκέ λάδι. Ανάλογα με το ψώνισμα των πελατών, χτυπούσε στη μηχανή πότε το ένα είδος και πότε το άλλο. Αν ο πελάτης ψώνιζε μικρές ποσότητες χρέωνε επιπλέον μια σκόνη πλυσίματος, αν ψώνιζε πολλά, χτυπούσε στη μηχανή επιπλέον τον τενεκέ με το λάδι. Ήταν πολύ προσεχτικός, και υπερχρέωνε μόνο τους πλούσιους πελάτες καθώς ήξερε πως οι φτωχοί συνήθως ελέγχουν το ψώνισμα τους.

Έτσι ο καιρός περνούσε, και οι τσέπες του γέμιζαν. Όταν οι πελάτες ανακάλυπταν την υπερχρέωση και ανέλυαν τα προϊόντα που ψώνισαν και έβλεπαν πως χρεώθηκαν επι πλέον μια σκόνη ή έναν τενεκέ λάδι, αυτός είχε δικαιολογία ότι εφ όσον το επι πλέον προϊόν ήταν στον πάγκο που ίσως κάποιος προηγούμενος πελάτης είχε ξεχάσει εκεί, συνέβηκε απλά ένα λάθος, αφαιρούσε το επί πλέον ποσό, και ο πελάτης χωρίς παράπονο για ένα λάθος, δεν σκεφτόταν κακοπροαίρετα.

Όσο ο χρόνος περνούσε, ο Δημήτρης γινόταν μέγας και τρανός. Αγόρασε περιουσίες, σπίτια και μετοχές. Λογαριαζόταν ένας ευυπόληπτος πλούσιος επιχειρηματίας και έχαιρε σεβασμού και θαυμασμού, καθώς ένα φτωχόπαιδο κατάφερε με την εξυπνάδα και την εργατικότητα του να επιτύχει και να προκόψει.

Όμως όπως ο Μένανδρος είπε «εκ των γυναικών όλλυται κόσμος άπας», το ίδιο έπαθε και αυτός. Έμπλεξε με μια σκρόφα που την εμπιστεύτηκε και της είπε τα μυστικά του, και όταν δυστηχώς ήρθε ένας καιρός που την παράτησε για το χατίρι μιας άλλης, αυτή πληγωμένη και θέλοντας εκδίκηση, ομολόγησε τις μπαγαποντιές του στον κόσμο και στην αστυνομία.

Έτσι άρχισε η πτώση από τα ψηλά στα χαμηλά. Η φήμη του καταρρακώθηκε, η εμπιστοσύνη χάθηκε, οι πελάτες λιγόστεψαν, αραίωσαν, χάθηκαν. Αυτός σε ένα πείσμα εγωισμού και περηφάνιας προσπάθησε με άπαντες τις δυνάμεις να κρατήσει και να αναστηλώσει την επιχείρηση του, ώσπου μια μέρα ξύπνησε τελείως απένταρος και όλη του την περιουσία υποθηκευμένη στις τράπεζες και στους τοκογλύφους.  

Ο Βασίλης άκουσε έκπληκτος αυτή την εκπληκτική εξομολόγηση και έμεινε σκεπτικός. Από την μια θαύμασε την πονηριά του, από την άλλη τη ξεκουτιά του. Δεν έκρινε την μπαγαποντιά του γιατί άνθρωπος του παζαριού ο ίδιος, είχε γνωρίσει όλες τις κάστες ανθρώπων και είχε διαπιστώσει πως η πλειονότης την είχε έμφυτη. Γιατί λοιπόν να εκπλαγεί με τον φίλο του ο οποίος εξ άλλου έκανε μικρές αλλά έξυπνες απάτες; Έπαιρνε λίγα από πολλούς χωρίς τοιουτοτρόπως να επιβαρύνει τις τσέπες τους παρά ελάχιστα, έτσι που τα λίγα από τον καθένα για τον ίδιο γίνονταν πολλά…

Αφού έμεινε λίγη ώρα σκεπτικός, αποφάνθηκε πως μάλλον ο φίλος του επηρεάστηκε από την ταινία Ρομπέν των Δασών που μαζί είδαν μικροί στο σινεμά του Λεωνίδα και κατέβασε ιδέες.

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Ο Βασίλης ο ψαράς πατέρας του Ανδρέα που και αυτός καλείτο Βασίλης τιμής ένεκεν, πέθανε νέος, πνίγηκε στη μεγάλη καταιγίδα που χτύπησε ένα καιρό τα παράλια της Χλώρακας. Εκείνη τη μέρα  στη βάρκα επέβαινε με τον μικρό Ανδρέα  και τα άγρια κύματα τους αναποδογύρισαν και βούλιαξε η βάρκα στα βάθη της θάλασσας. Ήταν ένα μεγάλο χτύπημα για τον μικρό Βασίλη που είδε τον κύρη του να πνίγεται χωρίς αυτός να δύναται να τον βοηθήσει καθώς πολύ μικρός, μετά βίας και από θαύμα γλύτωσε ο ίδιος.

Όμως τώρα γέρων πλέον, καθισμένος σε ένα βράχο στη ξηρά απέναντι από τις περιβόητες ξέρες που πάνω τους τσακίστηκαν τόσα καράβια και πλοία από καταβολής κόσμου, ενθυμείται νοσταλγικά ιστορίες που του έλεγε ο κύρης του. 

Ήταν μια περίοδος δύσκολη και φτωχή, η  εποχή του μεσοπολέμου, όπου οι άνθρωποι πτώχευσαν και όλοι προσπαθούσαν και κατεργάζονταν τέχνες για να επιβιώσουν. Δυο κολλητοί φίλοι από την Κάτω Πάφο καλοί μαστόροι ξυλουργοί, ναυπήγησαν μια μεγάλη βάρκα και με δίχτυα τράτευαν ψάρια στις θάλασσες της Πάφου. Έστρωσαν μια καλή εργασία και σιγά με τον καιρό, μάζευαν χρήματα και τα φύλαγαν σε ένα μικρό ξύλινο σεντούκι το οποίο είχαν κρυμμένο στο μικρό μπαλαούρο στο πρυμιό ποδόσταμο της βάρκας.

Όταν πέρασε καιρός, τα χρήματα μαζεύτηκαν, έγιναν ένας μικρός θησαυρός. Σκέφτηκαν για να μην έχουν φόβο από κλέφτες, χρησιμοποιούσαν για σπίτι τους το πλεούμενο τους, ακόμα σκέφτηκαν για να μην βρέχονται τα χρήματα από τα κύματα, τα φύλαγαν σε γρόσια.

Μια μέρα του έτους 1930 με τη θάλασσα ησυχασμένη και τον καιρό δίχως κακά προμηνύματα και ενώ έπλεαν μεσοπέλαγα, σηκώθηκε ένα ξαφνικό μπουρίνι και βούλιαξε τη μεγάλη βάρκα. Οι άγριοι άνεμοι, τα θεόρατα κύματα και τα νότια ρεύματα τους έσπρωξαν στις ξέρες του Φουρφουρή και πάνω τσακίστηκαν.

Ναυαγισμένοι μέσα στην άγρια φουρτούνα, όμως καλοί κολυμβητές μετά από ώρες κοπιαστικής προσπάθειας κατάφεραν να βγουν στη στεριά, μακριά από τον τόπο που βούλιαξαν καθώς τα ρεύματα τους παρέσυραν και τα κύματα τους ξέβρασαν στη θάλασσα της Αλικής.  

Αποκαμωμένοι έγειραν στην άμμο να ξεκουραστούν. Έμειναν εκεί τέζα, η μέρα πέρασε, ήρθε η νύχτα, πέρασε κι’ άλλη ώρα. Τα κορμιά τους πονούσαν από το δύσκολο πάλεμα, και ένιωθαν όλους τους μύες πιασμένους και καταπονεμένους. Είχαν δώσει μια αδυσώπητη μάχη με τα στοιχεία της φύσης και κατάφεραν να κρατηθούν ζωντανοί. Ένιωθαν ευχαριστημένοι και ευγνωμονούσαν τον Θεό που τους βοήθησε, ταυτόχρονα η στεναχώρια πλάκωνε στις καρδιές τους για το μεγάλο κακό. Έχασαν όλο το βιός τους, τη βάρκα τους, τα χρήματα τους. Τόσοι χρόνοι εργασίας, τόσοι κόποι, τόση οικονομία να φτιάξουν ένα κομπόδεμα για τα γερατειά τους και τώρα  πλέον τι; Χωρίς χρήματα τι θα απογίνονταν, θα άρχιζαν από αρχής; Δεν ήταν εύκολο. Είχε περάσει η νεότης τους, οι αντοχές τους λιγόστεψαν και τα γερατειά φάνταζαν στο εγγύς μέλλον. Έπρεπε οπωσδήποτε να ψάξουν για το θησαυρό τους. Σαν καλοί ναυτικοί που έγιναν στα τόσα χρόνια, γνώριζαν το ακριβές στίγμα που ναυάγησαν, οπωσδήποτε θα προσπαθούσαν.

Έτσι στο φως του φεγγαριού πήραν το ανηφόρι για τη Χλώρακα, θα πήγαιναν εκεί να αναζητήσουν βοήθεια. Με κόπο σηκώθηκαν και με κόπο έσυραν τα βήματα τους και περπάτησαν τη μικρή απόσταση ως το χωριό που τους φάνηκε όμως πολύ μακριά καθώς ήταν εξουθενωμένοι από τη μεγάλη ταλαιπωρία που υπέστησαν.

Στο πρώτο σπίτι που βρήκαν χτύπησαν την πόρτα. Τα φώτα μέσα ήταν κλειστά, οι άνθρωποι κοιμόντουσαν. Η ώρα ήταν περασμένη αλλά η ανάγκη τους έκαμε να επιμείνουν, να χτυπούν, ώσπου μια χαραμάδα φωτός φάνηκε κάτω από την πόρτα. Ο νοικοκύρης με μια λάμπα πετρελαίου στο χέρι άνοιξε και με την ανησυχία στο πρόσωπο τους ρώτησε τι γύρευαν. Καταλάβαινε πως τέτοια ώρα περασμένη σίγουρα κάτι κακό είχε συμβεί.

Οι ψαράδες του εξήγησαν το κακό που τους βρήκε και του ζήτησαν μια βοήθεια. Ο καλός νοικοκύρης μη έχοντας τρόπο να τους βοηθήσει και θεωρώντας πως ο μουχτάρης του χωριού μπορούσε καλύτερα, τους ορμήνεψε πως λίγο πιο πέρα, στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην μεγάλη νεόκτιστη εκκλησία της Παναγίας, μοναχικό που εύκολα θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν, ήταν το σπίτι του Κοινοτάρχη και αυτός σίγουρα θα τους βοηθούσε με τον καλύτερο τρόπο. 

Ο μουχτάρης ο Αντωνάς Λιασίδης ήταν καλός, φιλόξενος και σαν αρχηγός του χωριού πάντα υπηρετούσε με πίστη το καθήκον του. Ήταν δυναμικός, κοψονούρης και έλυνε όσα προβλήματα ενέκυπταν. Άνοιξε λοιπόν την πόρτα, άκουσε το πρόβλημα και αμέσως έμπασε μέσα τους ναυαγούς. Φώναξε της κυράς του να σηκωθεί και όσο να τους κάμει μια σούπα, αυτός τους έφτιαξε ένα τσάι με σπακιά και με χαμηλή φωνή για να μην ξυπνήσουν τα μικρά παιδιά που κοιμόντουσαν στην κάμαρη, κουβέντιασε μαζί τους ώστε να γνωρίσει τι ακριβώς είχε συμβεί.  

Αφού έφαγαν τη σούπα και στένιωσε ο οργανισμός τους, και αφού τους έταξε πως μόλις ξημέρωνε η μέρα θα πήγαιναν για αναζήτηση του ναυαγίου, τους έβαλε να κοιμηθούν στο αχερωνάρι. Εκείνους τους καιρούς της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης του αιώνα, οι οικογένειες ζούσαν σε μικρά σπιτάκια της μιας ή κάποτε και δεύτερης κάμαρης, έτσι μη έχοντας χώρο να τους φιλοξενήσει στο σπίτι καθώς μέσα ζούσε με ένα τσούρμο παιδιά, τους έβαλε να κοιμηθούν με τα βόδια στο αχερωνάρι, πάνω στα άχερα.

Με το χάραμα του φου, όλο το χωριό ήταν στο πόδι. Τα νέα κυκλοφόρησαν και περίεργοι οι φαμελιάρηδες και οι νιοί, μαζεύτηκαν στο καφενείο του Κοινοτάρχη να μάθουν τα νέα από πρώτο χέρι. Στο μεγάλο τετράγωνο τραπέζι κάθονταν οι ψαράδες με τον μουχτάρη και συζητούσαν με όλους τους χωριανούς γύρω καθισμένους.

Εκείνη τη μέρα ο Αντωνάς πούλησε πολλούς καφέδες. Ευχαριστημένος που έβλεπε τη μουχτάρενα να φτιάχνει επιδέξια και με γρηγοράδα τους καφέδες, πήρε το λόγο και εξήγησε σε όλους τη λύση που θα έδινε στο πρόβλημα.

Εκείνο τον καρό ψαράδες στη Χλώρακα που είχαν βάρκα ήσαν όλοι μόνο τρεις. Ο Πιστέντης με τον Βλόκκο που είχαν μια μικρή, και ο Βασίλης που είχε μια μεγαλύτερη. Ο Αντωνάς έστειλε τους γιούς του και τους κάλεσε, έστειλε και ένα χωριανό και κάλεσε τον Γιώρκη.

Ο Γιώρκης ήταν γεωργός και είχε τα χωράφια του δίπλα στη θάλασσα. Ήταν φημισμένος κολυμβητής και βουτηχτής με μεγάλη αναπνοή.

Κατέβηκαν λοιπόν στο Δήμμα το απάνεμο μικρό φυσικό λιμανάκι, και μέσα στη μεγάλη βάρκα του Βασίλη επιβιβάστηκαν ό ίδιος, ο Γιώρκης και οι ψαράδες. 

Ο μουχτάρης τους κατευόδωσε με μια ευχή για επιτυχία, και ο Βασίλης έλυσε τη βάρκα, πήρε τα κουπιά και άρχισε να κωπηλατεί. Η θάλασσα ήταν ήσυχη, χωρίς κύμα. Το μπουρίνι που βούλιαξε τους ψαράδες ήταν περαστό, κράτησε μόνο λίγη ώρα και τώρα η θάλασσα ήταν τελείως γαληνεμένη.

Όταν έφτασαν στον τόπο που τους υπέδειξαν οι ναυαγοί, ο Γιώρκης πήρε τη γυάλα και ενώ ο Βασίλης οδηγούσε επιδέξια τη βάρκα σε κυκλικές κινήσεις, αυτός ανίχνευε τον βυθό της θάλασσας.

Το γυαλί ήταν μια απλή κατασκευή - εφεύρεση των ψαράδων που με αυτό έβλεπαν πεντακάθαρα τον βυθό της θάλασσας. Ήταν ένας μεγάλος τενεκεδένιος μαστραπάς που αφαιρούσαν τον πάτο και τοποθετούσαν στη θέση του ένα καθαρό τζάμι και το στεγανοποιούσαν με στόκο για να μην μπαίνει μέσα νερό να θολώνει. Το βουτούσαν στο νερό, και έβλεπαν πεντακάθαρα μέσα σε αυτό. 

Με υπομονή και με επιμονή, σε κάμποση ώρα εντόπισαν το ναυάγιο. Ο Γιώρκης έτοιμος φορώντας ένα κοντοσώβρακο, πήρε βαθιά αναπνοή και έκανε το μακροβούτι. Όταν έφτασε στη βάρκα, υπολόγισε το βυθό μέχρι εφτά οργιές. Ήταν μεγάλο το βάθος, έπρεπε να κάνει γρήγορα για να μην του τελειώσει η αναπνοή. Η βάρκα ήταν πολύ γερμένη, και το έργο του να ξεσφηνώσει την ξύλινη κασέλα πολύ δύσκολη. Με αγωνία να του φτάσει ο αέρας, με βιασύνη την τράβηξε, και ώ τι ατυχία, αυτή άνοιξε και τα γρόσια έπεσαν στον πάτο της θάλασσας και σχημάτισαν ένα σκούρο γουνάρι που ξεχώριζαν πεντακάθαρα πάνω στη ξανθή άμμο.

Μη έχοντας όμως άλλη αναπνοή, ανέβηκε στην επιφάνεια να αναπνεύσει, και να ξαναβουτήκσει να τα μαζέψει.

Βγαίνοντας πιάστηκε από τη βάρκα να ξαποστάσει, και αφού πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες, εξήγησε τα καθέκαστα στους άλλους. Οι δυο ψαράδες με μια ελπίδα στην καρδιά να γενιέται ένιωσαν μια ανακούφιση, και με αγωνία αποφάσισαν να περιμένουν το επόμενο μακροβούτι του Γιώρκη.

Ο Γιώρκης ξαναβούτηξε, έφτασε στο βυθό, αλλά αχ τι κακό, τα γρόσια δεν ήταν στη θέση τους. Βούλιαξαν στη μαλακή άμμο και χάθηκαν. Άρχισε με τα χέρια να ανασκαλίζει το βυθό, αλλά τίποτα. Τα κατάπιε η άμμος και όσο κρατούσε η αναπνοή του έψαχνε και έψαχνε.

Ξαναβούτηξε πολλές φορές, αλλά πάλι τίποτα. Τα γρόσια χάθηκαν, τα κατάπιε η θάλασσα.

Οι ψαράδες πολύ στεναχωρημένοι παρακαλούσαν τον Άη Νικόλα να κάμει ένα θαύμα, να βρεθεί η περιουσία τους, αλλά ίσως εκείνη τη μέρα ο Άγιος ασχολείτο με άλλους ναυαγούς.

Ύστερα από πολλές προσπάθειες, ο Βασίλης αποφάσισε πως δεν μπορούσαν να κάμουν τίποτα άλλο. Κάλεσε τον Γιώρκη να ανέβει στην βάρκα, και εξηγώντας πως άλλο δεν γινόταν, και λέγοντας δυό λόγια παρηγοριάς στους ψαράδες, πήρε τα κουπιά και έβαλε ρότα για τη στεριά.

Οι δυό φίλοι από την Κάτω Πάφο κατσουφιασμένοι καταριόνταν την κακή τους μοίρα, και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια τους.

(Τις πληροφορίες μου έδωσε ο Ανδρέας Λιασίδης, εγγονός του Αντωνά Λιασίδη)

 

 

 

 

Ο ΚΥΚΛΩΝΑΣ

Ο Βασίλης στεκόταν στη πρύμη του καϊκιού με τον βοηθό του ένα μαυράκι με βαμμένα κόκκινα μαλλιά να επιθεωρά ένα από τα παλαμάρια στην προκυμαία που έδεσαν το καΐκι.

Είχαν ξεκινήσει με την μεγάλη τράτα ένα ταξίδι και προορισμό το Καστελόριζο, αλλά ενώ είχαν ξανοιχτεί πολλές ώρες, έλαβαν σήμα πως έρχεται κυκλώνας. Η προειδοποίηση ερχόταν έγκαιρα ώρες πολλές ή και μέρες πριν, έτσι είχαν καιρό να επιστρέψουν ασφαλείς στο λιμάνι.

Τυφώνες και κυκλώνες είναι επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα που παρατηρούνται στη διάρκεια των θερμότερων μηνών του χρόνου. Είναι θυελλώδεις άνεμοι που περιστρέφονται γύρω από ένα μετακινούμενο σημείο.

Στη Μεσόγειο θάλασσα σπάνια συνέβαιναν λόγω της ξηρής φύσης και της γεωγραφικής της θέσης, έτσι αυτή η ειδοποίηση ήταν κάτι ξαφνικό. Όμως καθώς είναι πολύ επικίνδυνο φαινόμενο, κανείς υπεύθυνος καραβοκύρης δεν μπορούσε να το παραβλέψει και να συνεχίσει την πορεία του. Έτσι λοιπόν, ο Βασίλης οδήγησε το καΐκι πίσω στη στεριά, μέσα στο λιμάνι της Πάφου και την ασφάλεια του.

Άρχισαν οι ναύτες υπό την καθοδήγηση του Βασίλη να στερεώνουν τα ακίνητα του πλοίου, ώστε περνώντας ο τυφώνας να τους αφήσει όσο λιγότερες ζημιές.

Η ζέστη ήταν αφόρητη και η υγρασία του καιρού την έκανε χειρότερη. Όπως βιαστικά μάχονταν να τελειώσουν τις δουλειές και να εγκαταλείψουν το πλοίο να γυρέψουν καταφύγιο στη στεριά, έτσι βιαστικά άρπαξαν τα μπαγκάζια τους καθώς ξαφνικά ο καιρός πήρε να δροσίζει περίεργα. Και η δροσιά έφερε κάποια θολούρα στον αέρα και σε λίγο έγινε πολλή θολούρα, ο αέρας σήκωσε ψιλοάφρισμα και τα πλεούμενα στο μικρό λιμάνι άρχισαν μικρά κουνήματα που όλο δυνάμωναν. Ο ουρανός έγινε γκρίζος και η θάλασσα πήρε ένα σκοτεινό χρώμα ενώ έξω τα καταστήματα με αμπαρωμένες τις πόρτες, και αυτά έγιναν γκριζωπά μέσα στη θολούρα του καιρού.

Βιαστικοί μπήκαν τελευταίοι στο παλιό Λιμεναρχείο που τους περίμεναν, οι αρχές μαζί με άλλους ναυτικούς και ψαράδες και έκλεισαν τη βαριά πόρτα. Στάθηκαν στα παράθυρα και παρακολουθούσαν τον ουρανό. Ο άνεμος δυνάμωνε καθώς από μακριά ο Τυφώνας ενώ ταξίδευε και πριν την άφιξη του, τον έστελνε με πολλά μποφόρ σαν προπομπό. Μέσα στα σκοτεινιά σύννεφα πέρα μακριά, φάνηκε η κυκλική δίνη του Κυκλώνα πολύ εμφανής που έκανε τις καρδιές όλων να σφιχτούν και να φοβηθούν. Καταλάβαιναν πως θα ήταν πολύ φοβερός, πως θα έφερνε καταστροφές, πως πολλές βάρκες και καΐκια στο μόλο θα έσπαζαν και θα παρασέρνονταν μαζί του. Παρακαλούσαν το Θεό να μην κρατήσει πολύ, και να φύγει γρήγορα όπως και γρήγορα ήρθε.

Ένα βούισμα άρχισε από μακριά που όλο δυνάμωνε και η σκοτεινιά και ο θόρυβος ήταν απερίγραπτα. Με δέος και σφικτά τα δόντια, έκλεισαν τα παραθυρόφυλλα και με αγωνία πρόσμεναν το αναπόφεκτο.

Ήξεραν πως οι τυφώνες διαρκούν από λίγες ώρες μέχρι λίγες μέρες. Γνώριζαν επίσης πως στη Μεσόγειο δύσκολα και σπάνια είχαν μεγάλη έκταση όπως σε κάποιες χώρες τροπικές όπου προκαλούνταν Βιβλικές καταστροφές. Παρ όλα αυτά ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο του κτιρίου για καλό και κακό μήπως το κτίριο πλημυρίσει όταν τα κύματα θα έβγαιναν έξω.

Και ήρθε ο κυκλώνας, και τους τάραξε συθέμελα. Η βουή του ήταν φοβερή και ο θόρυβος του έκρυβε κάθε άλλο από τις καταστροφές που προκαλούσε. Ήταν ένα μεγάλο κακό που δεν περιγράφεται με λέξεις. Για ώρες αμέτρητες με την αγωνία να σκιάζει τα πρόσωπα τους χωρίς να μπορούν να μιλούν από το μεγάλο βουητό, οι περισσότεροι προσεύχονταν στον Άγιο Νικόλα να σώσει τις βάρκες τους. Ήταν φτωχοί ψαράδες και οι βάρκες όλη η περιουσία τους. Δεν έλπιζαν σε τίποτα, όμως ασυναίσθητα όπως είναι η φύση του ανθρώπου στα δύσκολα να στρέφεται στο Θεό, έτσι και αυτοί εναπόθεσαν τις μηδαμινές ελπίδες τους σε αυτόν. 

Κράτησε πολλές ώρες και ανακουφισμένοι που δεν κράτησε μέρες, όταν έφυγε και καταλάγιασε και ένιωσαν ασφαλείς,  άνοιξαν τα παραθύρια και κοίταξαν έξω.

Παντού ερημιά και καταστροφή, το μόνο που έστεκε αγέρωχο χωρίς ζημιές ήταν το αρχαίο κάστρο. Όλα τα άλλα τα σάρωσε ο αγέρας και τα παρέσυρε η θάλασσα. Οι πρόχειρες κατασκευές έξω από τα μαγαζιά είχαν παρασυρθεί και εδώ και εκεί έβλεπαν σπασμένα κουπιά από βάρκες.

Όλες οι βάρκες που ήταν δεμένες στο λιμάνι, οι περισσότερες είχαν εξαφανιστεί άλλες στον πάτο της θάλασσας και άλλες με τα σπασμένα απομεινάρια απλωμένα στο μόλο του λιμανιού και ακόμα πιο πέρα, πολύ μακριά, στους δρόμους και στις γειτονιές. Όλα τα πλεούμενα υπέστησαν μεγάλες ζημιές, καθώς τα κύματα τα σκέπασαν ολοσχερώς με μεγάλη ένταση.

Τι καΐκι του Βασίλη έστεκε εκεί δεμένο, αλλά και αυτό καραβοτσακισμένο με πολλές ζημιές.

Δίπλα του το αραπάκι με τα κόκκινα μαλλιά έστεκε και δάκρυα έσταζαν από τα μάτια του. Λυπόταν για τους ψαράδες, λυπόταν για το αφεντικό του, λυπόταν για τον ίδιο. 

Ο Βασίλης μεγάλωσε και έζησε μια δύσκολη ζωή και έμαθε να τα αντικρύζει όλα με τη λογική προσπαθώντας να τα βλέπει όλα ρεαλιστικά ώστε τοιουτοτρόπως να μην τον παίρνουν κάτω τα δύσκολα και οι αποτυχίες. Με μια στωικότητα αντίκρυζε τα γεγονότα και δεν άφηνε τα κακά συναισθήματα να τον κυριαρχούν και να τον αποδυναμώνουν.

Έτσι και σ’ αυτήν περίπτωση που είδε το καΐκι του σχεδόν κατεστραμμένο, με κυρίαρχα συναισθήματα αποφάσισε πως δεν θα τον έθλιβε η καταστροφή και να τον ρίξει κάτω. Αποφάσισε πως από την αρχή με δουλειά και υπομονή θα ξανάφτιαχνε το καΐκι.

Με αυτά τα αισθήματα στην καρδιά, προσπάθησε να εμψυχώσει και να δώσει θάρρος στον στεναχωρημένο βοηθό του που βλέποντας τον δακρυσμένο, αντί να μαραζώσει για πάρτη του, λυπήθηκε γι αυτόν, και χωρίς να δείχνει τη στεναχώρια του, του είπε να μην λυπάται γιατί όλα διορθώνονται. Θα έβγαζαν το καΐκι στο καρνάγιο και θα το επιδιόρθωναν από αρχής.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Ο Βασίλης γύρισε από τα ξένα ύστερα από πολλά χρόνια που σαν ναυτικός όργωσε θάλασσες και ωκεανούς και επισκέφτηκε πολλά λιμάνια του κόσμου και είδε και γνώρισε πολλά, άλλα πράγματα διαφορετικά από ότι ήταν συνηθισμένος στη μικρή του πατρίδα.

Παιδεύτηκε πολύ πάνω σε ποντοπόρα πλοία, αλλά ευχαριστημένος που γύρισε τον κόσμο και με ένα καλό κομπόδεμα στράφηκε στον τόπο του όπου πάλι με σκληρή εργασία, έφτιαξε την δική του επιχείρηση, άνοιξε ένα ιχθυοπωλείο που με τον καιρό αναπτύχθηκε και κατέλαβε όλες τις αγορές. Συνεργάστηκε με τους ψαράδες της περιοχής και ανέλαβε την προώθηση της πώλησης των ψαριών τους. Προσέλαβε υπαλλήλους και έστρωσε τη δουλειά σε σημείο που πλέον όλα κυλούσαν ομαλά και ο ίδιος δεν χρειαζόταν να δουλεύει, παρα μόνο να επιβλέπει και να συμβουλεύει. 

Όμως μαθημένος με τη θάλασσα, δεν μπορούσε να την παρατήσει και να είναι μακριά της. Έτσι αγόρασε ένα ψαροντούφεκο και πολλές από τις ελεύθερες του ώρες, κολυμπούσε και ψάρευε στα γνωστά μέρη τα παλιά, κυρίως στις ξέρες του Φουρφουρή που βρίσκονται μερικές εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα από τη στεριά της Χλώρακας, ίσαμε χίλια μέτρα. Είναι μια μικρή έκταση βραχώδης αβαθής βυθός, ένα κομμάτι υπερυψωμένου θαλάσσιου πυθμένα, που μόλις σκεπαζόταν από το νερό. Τα φυτά και τα φύκια βλαστούσαν άφθονα, και ήταν τροφή για τους θαλάσσιους οργανισμούς, και αυτοί με τη σειρά τους τροφή άλλων μεγαλύτερων ψαριών. Έτσι οι ξέρες ήταν καλός τόπος για έναν ψαρά ειδικά για το Βασίλη που ήξερε κάθε σχισμή τους που μέσα κολυμπούσαν τα ψάρια.

Ο Βυθός γύρω από αυτές ήταν πολύ βαθύς, έτσι υπήρχαν ψάρια όλων των ειδών, από είδη που ζούσαν στα ξέβαθα και είδη που ζούσαν στα βαθιά. Όμως ο Βασίλης ήταν καλός βουτηχτής και με μεγάλη αναπνοή, έτσι χωρίς οξυγόνα βουτούσε στα βαθιά, έως εκεί που ξεκινούσε ο ύφαλος.

Εκεί τα νερά ήταν παγωμένα σε μεγάλο δυσανάλογο βαθμό από την επιφάνεια, κάτι που ευνοούσε την ανάπτυξη τεράστιων αστακών.

Οι αστακοί συνήθως έχουν μήκος ενός ποδιού και βάρος ενός κιλού και σπάνια το υπερβαίνουν. Όμως εδώ στις ξέρες του Φουρφουρή, τα μεγέθη τους ήταν υπερδιπλάσια. Κατά παράδοξον τρόπο, το ψυχρότατο νερό του βυθού, τους ευνοούσε. 

Ο Βασίλης λοιπόν εκείνη τη μέρα είχε σκοπό να ψαρέψει αστακούς, έτσι με το ψαροντούφεκο κουβαλούσε στον ώμο και ένα μεγάλο καμάκι. Ήξερε καλά τις χαράδρες του Φουρφουρή, γι’ αυτό καμιά φορά δεν είχε γυρίσει με άδεια χέρια. Παλιά που ζούσε ο γέρο Βασίλης ο πατέρας του, τον είχε διδάξει καλά, και αυτός ως καλός μαθητής, είχε μάθει πολλά.

Θυμάται που τον ορμήνευε, που του έδινε συμβουλές και του διηγόταν πολλές ιστορίες για τη θάλασσα. Για ναυάγια, για πνιγμούς, για ψάρια που έμοιαζαν με δράκους. Για το μεγαλείο που εμπεριέκλειε και τα θαυμαστά αφανέρωτα μυστικά που έκρυβε.

Θυμάται που του έλεγε για ένα θαλάσσιο τέρας με μεγάλες δαγκάνες που είχε συναντήσει μια φορά στα ξέρες της Χλώρακας, και του έλεγε να είναι προσεκτικός όταν βουτούσε στα βαθιά.

Όσα έμαθε από αυτόν τα συνάντησε αληθινά, γι’ αυτό πίστευε πώς και η ιστορία με τον δράκο ήταν εν μέρη αληθινή. Καθώς λοιπόν όλα όσα τον δίδαξε τα συνάντησε στη ναυτική του σταδιοδρομία εξόν από τον δράκο, έλπιζε κάποια στιγμή να τον ανακαλύψει και ο ίδιος. Πίστευε σίγουρα πως του έλεγε αλήθεια, αλλά από την άλλη ίσως να επρόκειτο για κάποια οφθαλμαπάτη ή κάποιο παράξενο άγνωστο ψάρι που ήρθε από τους ωκεανούς. Πάντα είχε αυτές τις σκέψεις στο μυαλό όποτε βουτούσε στις ξέρες του Φουρφουρή

Κολυμπώντας με τη μάσκα και κατεύθυνση τον Φουρφουρή, παρακολουθούσε τον κρυστάλλινο βυθό, τα βράχια, τη βλάστηση, τα ελάχιστα σφουγγάρια που απέμειναν ζωντανά αλλά καχεκτικά πλέον στον άλλοτε κατάσπαρτο από το είδος βυθό. Τα ψάρια που και αυτά λιγόστεψαν σε επικίνδυνο βαθμό από την υπεραλιευση, κολυμπούσαν δίπλα του, αλλά αυτός συνέχιζε το δρόμο του προσπερνώντας τα χωρίς να τα ντουφεκίζει καθώς είχε σκοπό να ψαρέψει μόνο αστακούς.

Έφθασε στις ξέρες και τις ανέβηκε. Στάθηκε όσο να ξεκουραστεί λίγο για το μεγάλο μακροβούτι, και όσο να πάρει μια ανάσα, η ματιά του στράφηκε και αγνάντεψε την απεραντοσύνη του πελάγου εκεί που τέλειωνε η θάλασσα. Ένα βαπόρι που κατευθυνόταν δυτικά στη μεριά της Ελλάδας, έπλεε με οικονομική ταχύτητα και φαινόταν μικρούτσικο στην μεγάλη απεραντοσύνη του υγρού στοιχείου. Θυμήθηκε την πελαγίσια του ζωή, και η νοσταλγία  τον κυρίευσε. Τον πήρε πίσω στα παλιά, και σκέφτηκε ότι αν ο ίδιος τώρα ήταν πλήρωμα στο βαπόρι, ίσως να στεκόταν στο τιμόνι και να αγνάντευε από τα βάθη των μακρινών οριζόντων το χωριό του. 

Στάθηκε στο αναπόλημα του αρκετή ώρα, και ύστερα αφήνοντας έναν νοσταλγικό αναστεναγμό, ξαναφόρεσε τη μάσκα, πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε στα γαλανά νερά.

Δεινός κολυμβητής όπως ήταν, χωρίς δυσκολία διένυσε το μεγάλο βάθος των πολλών οργιών. Φτάνοντας στα ριζά του υφάλου, πέρα πάνω στην άσπρη άμμο αντίκρυσε μια σκιά που του κίνησε το ενδιαφέρον και πλησιάζοντας τον έκανε να σαστίσει.

Έμοιαζε με περίεργο σχηματισμό της άμμου, αλλά ήταν πεπεισμένος πως επρόκειτο για ένα θαλάσσιο τέρας.

‘Έμοιαζε με σχήμα δράκου, ένα σκούρο μεγάλο πράγμα, και αμέσως ο νους του πήγε στις ιστορίες που του έλεγε ο κύρης του. Παρατήρησε καλά μήπως ήταν μια διάθλαση ή μια σκιά, όμως όχι, το σχήμα έμοιαζε με τεράστιο κάβουρα, και ο νους του έτρεξε στο παλιό Ακριτικό τραγούδι για τον «κάουρο που δρακόντεψε τζι΄ έτρωεν τους αρκομένους»

Ήταν πολύ μεγάλος, ίσα με πεντέξι μέτρα με τις τεράστιες δαγκάνες ανοιχτές, ένα φοβερό πράγμα, σίγουρα πολύ επικίνδυνο σκέφτηκε ο Βασίλης.

Το σώμα του ολόκληρο φορτωμένο με φύκια και σπόγγους αν ήταν σε κάποια σχισμή ή σπηλιά, δεν θα διακρινόταν. Όμως τώρα εκεί ξαπλωμένος στην άσπρη άμμο που κοιμόταν, ξεχώριζε όπως η μύγα στο γάλα και έμοιαζε από ψηλά μια σκιά δράκου.

Όσο αντέχαν τα πνευμόνια του τον περιεργάστηκε, και όταν δεν άντεχε άλλο ανέβηκε στην επιφάνεια να πάρει άλλη μια ανάσα και να ξαναβουτήξει. Πιστεύοντας πως ο κάβουρας κοιμόταν και καθώς ο ίδιος ήταν πολύ τολμηρός, ήθελε να τον κοντέψει και να τον μελετήσει καλύτερα. Σίγουρα δεν του πέρασε η σκέψη να τον καμακώσει γιατί δεν ήταν ένας άλλος Διγενή Ακρίτας με υπερφυσικές δυνάμεις που μπορούσε να νικήσει ένα τέτοιο θεριό. Ήθελε όμως να μάθει όσα μπορούσε και μη σκιάζοντας από φόβο, ξαναβούτηξε με σκοπό να πάει όσο κοντά γινόταν και να τον παρατηρήσει λεπτομερώς.

Με την αδρελανίλη στα ύψη από την σπουδαία ανακάλυψη του κατέβηκε στο βυθό, για να ανακαλύψει όμως με απογοήτευση πως ο κάβουρας είχε εξαφανιστεί. Κάπου θα είχε τρυπώσει σκέφτηκε, και όσο τον κρατούσε η αναπνοή του έψαξε γύρω στις σχισμές του υφάλου να τον ανακαλύψει. Μάταια όμως, το θεριό είχε χαθεί. 

Τον επόμενο καιρό κάθε φορά που έβγαινε να ψαρέψει, βουτούσε πάντα στις Ξέρες του Φουρφουρή με μια ελπίδα μήπως ξανασυναντήσει τον δράκο που του έλεγε ο πατέρας του, που τον συνάφερναν τα Ακριτικά τραγούδια, που τον συνάντησε ο ίδιος.

Δεν τον ξανάδε, και καμιά φορά σκεφτόταν μήπως όλα ήταν ένα όνειρο που του φανηκε πραγματκό γεγονός. Και όταν τις νύχτες στο καφενείο του χωριού έλεγε την ιστορία, κανείς δεν τον πίστευε, νόμιζαν πως όλα ήταν βγαλμένα από τη φαντασία του.

Όμως ο ίδιος ήξερε πως ήταν αλήθεια αφού είδε τον δράκοντα με τα ίδια του τα μάτια από πολύ κοντινή απόσταση.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΡΟΛΟΪ

Ο Βασίλης ως νεανίας στα άλμπουρα μιας ηλικίας που δεν λογάριαζε κινδύνους και η αφοβιά κυριαρχούσε στο είναι του, όταν έπλεε τη βάρκα του στις ανοιχτές θάλασσες, καμιά φορά που νύσταζε και τα κύματα ήταν ήρεμα, έγερνε στην κουπαστή και αποκοιμιόταν. Δεν φοβόταν μην παρασυρθεί από τα ρεύματα διότι ο ύπνος του ήταν λίγος, και πάντα ξυπνούσε έγκαιρα για να επανακαθορίσει την πορεία του. Του άρεσαν αυτές οι στιγμές γιατί ήταν μια ανάπαυλα στην ταραχώδη εργασία του, δεν σκεφτόταν αν θα πιάσει ψάρια, δεν σκεφτόταν αν θα θρέψει την γριά μάνα του και την μικρή αδερφή του. Λαγοκοιμόταν και η ψυχή του ηρεμούσε και αγαλιούσε κυρίως όταν στα  ονείρατα του ο Μορφέας εμφανιζόταν ως μια άλλη μορφή, ως μια συγκεκριμένη γοργόνα που γι αυτήν ο Βασίλης ένιωθε αιώνια ευγνωμοσύνη καθώς μια φορά όταν μικρός ξανοίχτηκε στα βαθιά και η θάλασσα απότομα αγρίεψε και ο καιρός σκοτείνιασε, και τα κουπιά του έσπασαν και δεν είχε σωτηρία, σαν από μηχανής Θεά φανερώθηκε ανάμεσα στα κύματα μια γοργόνα, η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου η καλή νεράιδα που ήταν βοηθός των ανθρώπων και τον βοήθησε.

Για το Βασίλη η θάλασσα στο Δήμμα ήταν η ζωή του. Τη δεκαετία του ‘50, με τη μικρή του ψαρόβαρκα που έγραφε πάνω το όνομά του, ξανοιγόταν από τα ξημερώματα στο πέλαγο και αφηνόταν στην ηρεμία του απέραντου γαλάζιου. Δεν του έμεινε φόβος από όσα τραγικά έζησε στο υπερφυσικό περιβάλλον της θάλασσας, παρα μόνο από τις δυσκολίες που του προέκυψαν, απόκτησε πολλές εμπειρίες αργότερα πολύ υποβοηθητικές στο δύσκολο επάγγελμα του.

Θυμόταν σαν να ήταν χτες που η καλή γοργόνα τον βοήθησε να γλυτώσει. Πολλές φορές στον ξύπνιο και στον ύπνο του έβλεπε την ωραία μορφή της να του χαμογελά. Την θεωρούσε φύλακα Άγγελο, μάνα, μοίρα, αγαπητικιά, και συντρόφισσα της μοναξιάς του.

Έτσι εκείνη τη δροσερή μέρα καθώς έγειρε στη κουπαστή να ξαποστάσει, τα βλέφαρα του βάρυναν και τα μάτια του έκλεισαν σε ένα ελαφρύ ύπνο. Με νανούρισμα τον ήχο των ελαφριών κυμάτων που έσμιγαν με το απαλό αγέρι του νοτιά, παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα.

Και τον πήρε από το χέρι ο Μορφέας και τον παρέδωσε στη καλή γοργόνα την αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου και αυτή με μια αγκαλιά τον άρπαξε και τον παρέσυρε μαζί της στους βυθούς των Ωκεανών. Και ταξίδεψαν μακριά στα πέρατα και στις άκριες των θαλασσών σε ένα ταξίδι μαγικό και ονειρεμένο, μέσα στα γαλανά νερά που άλλοτε φωτεινά και άλλοτε σκοτεινά ενάλλασαν τη μεγαλοπρέπεια της θέας του βυθού με τα πολλά μυστικά που έκρυβε.

‘Ένα ταξίδι όμορφο σε μια θάλασσα γεμάτη ζωή και αξεπέραστες ομορφιές με σπάνια είδη ψαριών, υφάλους, κοράλλια, απέραντη ξανθή άμμο, οάσεις γιγάντιων φυκιών, κάμπους από πανέμορφα σφουγγάρια, παλιά ναυάγια και πολλά άλλα που δεν τα βάνει ο νους.

Ο ήχος του βυθού σαν βάλσαμο αντηχούσε στα αφτιά του ενώ διέσχιζαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις αποστάσεις και όλο πήγαιναν μακρύτερα σε καινούργιες θάλασσες με περισσότερα αφανέρωτα πράγματα, σαν ταινία σινεμά, και αυτός θεατής παρακολουθούσε και παρακαλούσε το ταξίδι να μην τέλειωνε ποτέ.

Θησαυροί απλωμένοι από ναυάγια πλοίων, άλλα τσακισμένα από τις τρικυμίες και άλλα ανέπαφα που βυθίστηκαν αύτανδρον.

 Και τέλος πριν το ονειρικό ταξίδι τελειώσει, άραξαν να ξεκουραστούν στην πρύμη ενός βυθισμένου καραβιού αλλιώτικου από τα άλλα. Ανέπαφο και σε κατάσταση που ο χρόνος δεν άγγιξε, ένα παλιό Πειρατικό καθισμένο στην άμμο όπως να βούλιαξε εχτές και έλειπαν μόνο οι ναύτες.

Ο Βασίλης εκστασιασμένος από τα όσα όμορφα είδε, άφησε την αγκαλιά της καλής γοργόνας και προχώρησε και ανέβηκε στη γέφυρα του πλοίου, μια καμπίνα λίγο ψηλότερα από το κατάστρωμα. Ανέπαφα χωρίς ίχνος καταστροφής, όλα τα αντικείμενα ήταν στη θέση τους και πάνω στο τραπέζι δίπλα από τα εργαλεία που ο Καπετάνιος χάρασσε πορεία, ένα χρυσό ρολόι που η αλυσίδα του και αυτή χρυσή, λαμπύριζε στο γαλάζιο φως της θάλασσας.

Του άρεσε πολύ του Βασίλη το παλιό ρολόι, και σκέφτηκε να το πάρει για να θυμάται το όμορφο ταξίδι. Το έβαλε στη τσέπη έτοιμος να συνεχίσει το ωραίο ταξίδι με την καλή γοργόνα, όταν ξαφνικά ένα ταρακούνημα τον έκανε να αναπηδήσει. 

Απότομα όπως όλα άρχισαν, έτσι τέλειωσαν. Είχε σηκώσει θάλασσα και ένα κύμα ταρακούνησε τη βάρκα. Κατάλαβε πως όλα ήταν στο όνειρο του, και καθώς τώρα ξεκούραστος, ξεκίνησε τη μηχανή και συνέχισε την πορεία του.

Κάτι τέτοιες φορές που ξεκουραζόταν στην κουπαστή της βάρκας με παρέα τον Μορφέα, πολύ του άρεσαν, αλλά σήμερα ευχαριστήθηκε περισσότερο καθώς ο καλός Θεός του ύπνου του έστειλε για παρέα την καλή γοργόνα την αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου, που τον είχε βοηθήσει εκείνη τη φορά να μην πνιγεί, και σαν από θαύμα να σωθεί. 

Όταν το σούρουπο άρχισε να έρχεται, γύρισε το τιμόνι και έβαλε πλώρη για το Δήμμα, το απάνεμο λιμανάκι στα νότια ακρογιάλια της Χλώρακας. Ήταν ευχαριστημένος, πέρασε άλλη μια ήρεμη μέρα χωρίς έγνοιες με τα ψάρια που ψάρεψε να είναι αρκετά για τον επιούσιο της οικογένειας του.

Έτσι περνούσε τον καιρό του και εκτός από τα όνειρα που έκανε για το μέλλον όταν θα μεγάλωνε, του άρεσε αυτή η απόλυτη ηρεμία μακριά από τους ανθρώπους και το θόρυβο της πολυκοσμίας. Καθημερινά αυτή ήταν η ζωή του, μόνος του ή με κάποιους φίλους του, κάθε μέρα στη θάλασσα να αγωνίζεται για να πιάσει ψάρια. Ένα δύσκολο επάγγελμα, όμως ωραίο τόσο που μόνο οι ναυτικοί γνωρίζουν, και όσοι έμαθαν να αγαπούν τη θάλασσα και να τη μάχονται χωρίς να τη φοβούνται.

Μπήκε με χαμηλή ταχύτητα στο μικρό λιμανάκι και έδεσε τη βάρκα. Μάζεψε στο ζεμπίλι τα ψάρια, και με ένα σάλτο πήδηξε στη στεριά για να πάρει το κακοτράχαλο μονοπάτι που θα τον έβγαζε στο χωριό, στο σπίτι του.

Με το σάλτο όμως, ένοιωσε ένα βαρίδι στη τσέπη του να τον χτυπά στον μηρό. Παραξενεύτηκε αφού τις είχε άδειες, και έβαλε το χέρι μέσα. Βγάζοντας το, μέσα στην παλάμη αντίκρυσε ένα όμορφο χρυσό ρολόι με την αλυσίδα να κρεμιέται από τα δάχτυλα του. Αποσβολωμένος έμεινε σαν στήλη άλατος χωρίς να μπορεί να καταλάβει.

Όμως όταν το σοκ λίγο πέρασε, βρήκε τη λύση. Ήξερε πως όλα αυτά μόνο στα παραμύθια και στα όνειρα συμβαίνουν, άρα ακόμα έβλεπε όνειρο, ακόμα κοιμόταν και ο Μορφέας του σκάρωνε παιχνίδια. 

Πήρε λοιπόν το στενό μονοπάτι για το χωριό ο Βασίλης και ανηφορίζοντας το, άλλη σκέψη στο μυαλό δεν είχε παρά μόνο ήθελε να καταλάβει αν ακόμα ήταν στον ύπνο ή στον ξυπνητό του.