Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΥ


Ο πόνος της μάνας

Κάθε μέρα πριν ο ήλιος βγει, οι χωριανοί την έβλεπαν σκυφτή και θλιμμένη με γρήγορο περπάτημα να πηγαίνει στο ξωκλήσι του Άη Νικόλα να κάνει την προσευχή της. Μια φιγούρα μικρή, χήρα μαυροφορούσα, μια μάνα πονεμένη. Η θάλασσα έπνιξε τον άντρα της και πλάνεψε το παιδί της. Της πήρε ότι είχε πολυτιμότερο στην άραχνη ζωή της.

Και σαν τη στοιχειωμένη με ζέστη και με κρύο, σε ήλιο και βροχή, σκυθρωπή χωρίς μιλιά για κανένα, βουβή και βιαστική σαν την κυνηγημένη από κάποιο στοιχειό, ανεβαίνει το ανηφόρι. Μεγάλος ο πόνος μέσα της, έχασε το παιδί της. Δεν αρρώστησε, δεν πέθανε, μόνο χωρίς να ακούσει το παρακάλιο της έφυγε μακριά στα ξένα.

Το στερνοπαίδι της, το στήριγμα της, πήγε σε άλλες χώρες. Μπαρκάρισε στα καράβια, να βρει το ριζικό του. Γράμμα δεν έστειλε, ούτε χαπάρι. Μακριά από συγγενείς και φίλους, ξένος μέσα σε ξένους  χωρίς γνώριμον, μοναχός να πίνει το πικρόν φαρμάκι του νόστου. Να θαλασσοδέρνεται μέσα στους ωκεανούς και να κινδυνεύει. Ήθελε λέει, να γίνει ταξιδευτής του κόσμου. Να γνωρίσει άλλες θάλασσες και μεγάλες πόλεις.

Δεν νοιάστηκε τη μάνα του ούτε την αδερφή του. Και χάθηκε, πάει καιρός, δεν έχει κανένα μήνυμα του. Κι αν αρρώστησε; Ποιος θα τον νοιαζόταν, ποιος θα τον φρόντιζε; Κι αν πέθανε ποιος θα τον λυπόταν, ποιος θα τον μοιρολογούσε; Μοναχός να ψυχομαχεί, μοναχός να αφήνει την τελευταία πνοή του. Και ύστερα να τον ρίχνουν στη μαύρη θάλασσα να τον φαν τα ψάρια. Κι αν το πλοίο βούλιαζε, κι αν πνιγόταν; Πάλαι μέσα στη θάλασσα να τον τρων τα μαύρα ψάρια, κι η μάνα του να τον καρτερά και νέα του να μην έχει.

Η τύχη της έτσι έγραψεν, έτσι να πάθει, να μείνει μοναχή, και πολυπικραμένη. Να κλαίει να οδύρεται και να γυρεύει το γιο της. Να παρακαλεί καθημερινά τον Άγιο πίσω να τον φέρει.

Και τώρα νάσου την, γονατιστή μπροστά στο εικόνισμα με πόνο στη καρδιά και δάκρυα στα μάτια καταριέται να ξεραθεί η θάλασσα και τα ψάρια να ψοφήσουν. Να μην κινδυνεύει ο γιος της και πίσω να γυρίσει.

Το κορμί της μούδιασε και κοκκάλωσε στην ώρα την πολλή που έμεινε γονατισμένη, απόκαμε το σώμα της. Με κόπο και προσπάθεια σηκώθηκε, ξεμούδιασε λιγάκι και κούτσα κούτσα με βήμα συρτό, πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Το ίδιο δρομολόι καθημερινά, χειμώνα καλοκαίρι. Και οι χωριανοί που την έβλεπαν έλεγαν, -αχ την καημένη, της σάλεψε το μυαλό από τη μεγάλη θλίψη.

 

Νόστιμον ήμαρ

Πέρασαν χρόνια και καιροί, και εδέησεν ο Θεός να φωτίσει τον ξενιτεμένο να θέλει να γυρίσει πίσω. Να πεθυμήσει την θάλασσα στο Δήμμα που μέσα αναγιώθηκε κι ανδρώθηκε. Τις ξέρες του Φουρφουρή και το βουητό της Βρέξης.

Την Αλική του Κούλουρου με το αλμυρό αλάτι και τον ψηλό γκρεμμό του Πάρακα που δέσποζε απ όλους τους άλλους βράχους.

Τους τόπους τους χλωρούς με τις αρκόσσιυλλες, τις σχοινιές, τις τερατσιές, και τους μεγάλους δρύες. Τα ψηλά κριθάρια στους αγρούς το χειμώνα και τους ξερούς κάμπους το καλοκαίρι με τα θερισμένα στάχια να κιτρινίζουν τα χωράφια. Θυμήθηκε τις λαγκαδιές που λαχανιασμένος περπατούσε και έβοσκε τις αίγιες και τους βαθιούς ίσκιους των τρεμιθιών που κάτω ξαπόσταινε και λαγοκοιμόταν.

Βαρέθηκε τους ξένους ουρανούς, πεθύμησε τους δικούς του. Με τον ήλιο τον καυτό να τον καίει, και αυτός σκυφτός τα δίχτυα να υφαίνει. Πεθύμησε τα δροσερά νερά της θάλασσας μέσα να ξαποσταίνει και τα ψηλά χλωρά κίτρινα φύκια που βλάσταιναν στους βράχους να του χαϊδεύουν το γυμνό κορμί.

Μα περισσότερο νοστάλγησε την άμοιρη του μάνα που τη θυμάται να τον αποχαιρετά με μάτια βουρκωμένα και την αδερφή του τη μικρή να του κουνάει το χέρι χωρίς να καταλαβαίνει. Τους παλιούς του φίλους και συγγενείς που δεν τους αποχαιρέτησε, αλλά τώρα στο γυρισμό σίγουρα θα τους χαιρετούσε.

Πήρε λοιπόν την απόφαση να γυρίσει πίσω. Αμέσως μια ανακούφιση τον κυρίευσε και θέριεψε εντός του μια μεγάλη νοσταλγία, έτσι που βιαστικός πήγε στο Μαρκόνη και έστειλε τηλεγράφημα στη μάνα του να της πει πως γυρίζει πίσω.

Ω και τι ανακούφιση, η ψυχή αγάλιασε και γέμισε με πικρόγλυκο άλγος που γέννησε και γιγάντωσε την προσμονή και τη λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα.

Ναι σκέφτηκε, πολλά χρόνια έλειψε, καιρός να επιστρέψει. Να ξανανταμώσει τους δικούς του και τα μέρη τα αγαπημένα που χαραγμένα μέσα του τα είχε βαθιά θαμμένα.

 

Ο γυρισμός

Εκείνη τη μέρα έκανε κρύο και ο καιρός έδειχνε πως θα φέρει βροχή. Όμως η γριά Κατερίνα χωρίς να νοιάζεται για τα καιρικά φαινόμενα ανέβαινε το ανηφόρι του Άη Νικόλα και είχε ανάλαφρο βήμα σαν να είχε ξανανιώσει. Την καρδιά της πλημύριζε μια απέραντη χαρά που ομόρφαινε τη ξερακιανή όψη της και έκρυβε τις βαθιές ρυτίδες και τη σκληράδα του πόνου που είχαν χαράξει πάνω οι πολύχρονες πίκρες της μεγάλης προσμονής. Όμως τώρα ήταν ευτυχισμένη, και η καρδιά της πονούσε από την πολλή χαρά.

Και περπατούσε και παραμιλούσε η άμοιρη, και έλεγε με καμάρι δεξιά και αριστερά σε όλο το χωριό.

-Αμ, πώς, τι νομίζατε, δεν θα γύριζε ο γιος μου;

Πριν λίγη ώρα έξω στην αυλή της καθώς σκυθρωπή αγέλαστη και μαγκούφα με τις πόρτες σφαλιστές ξεχώρτιζε το μικρό μποστάνι της, ήρθε ο ταχυδρόμος και της έφερε τα καλά μαντάτα. Φάνηκε από μακριά να κουνά τα χέρια με ένα χαρτί στο χέρι, ένα τηλεγράφημα, να το ανεμίζει, και να φωνάζει με στεντόρεια φωνή,

-θειά Κατερίνα, έρχεται ο Βασίλης, έρχεται ο γιος σου.

Σαν αλαφιασμένη η γριά, έμεινε στήλη άλατος και τον κοίταζε μη μπορώντας να πιστέψει και να συνειδητοποιήσει το καλό μαντάτο.

Έμεινε ώρα ακίνητη ακούγοντας τον ταχυδρόμο να της διαβάζει το τηλεγράφημα και μιλιά δεν έβγαζε. Δέθηκε ένας κόμπος στο λαιμό της και της πήρε τη λαλιά.

Και ύστερα ένας μεγάλος στεναγμός ανακούφισης βγήκε απ τα σωθικά της και ένιωσε ξαναγεννημένη. Και δείκλησε στον ουρανό και είδε το Θεό να της χαμογελά και άρχισε να τον δοξολογεί. Δεικλησε και στον ταχυδρόμο που έφερε τα καλά νέα και τον ευλόγησε με την ευχή της. Και τρεχάτη έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε διάπλατα και φώναξε την κόρη της.

-Ελπίδα ξύπνα, έρχεται ο αδερφός σου. Άνου γοργά και άνοιξε διάπλατα πόρτες και παραθύρια. Και με γοργές κινήσεις γεμάτη ζωντάνια και χαρά, η ίδια άνοιγε ένα ένα τα παραθύρια.

Η κόρη της αγουροξυπνημένη την κοίταε απορημένη, και της λέει,

-μάνα τι έπαθες, χειμώνα καιρό με κρύο τσουχτερό; Τόσα καλοκαίρια με αφόρητη ζέστη τα είχες σφαλιστά, και τώρα καταχείμωνα τα ανοίγεις διάπλατα;

Η γριά Κατερίνα από τη μέρα που έφυγε ο κανακάρης της ο Βασίλης, δεν άνοιγε παράθυρα, και πόρτες. Δεν ήθελε να βγει έξω ο πόνος της, τον ήθελε καταδικό της, να μην τον μοιράζεται με κανένα. Εμίσσεψε ο γιος της και μάρανε η ψυχή της, και χάθηκε το φως της. Τώρα όμως που γύριζε, η χαρά πλημύριζε και ξεχείλιζε τη καρδιά της. Ήθελε να ανοίξει τα πορτοπαραθυρόφυλλα να μπει μέσα το φως Θεού, μαζί με το φως των ομματιών της, τον Βασίλη της.

Έτσι σκεφτόταν η τρελή, έτσι την κατάντησε το μαράζι του μισεμού του γιου της.

 

Ο ΠΑΓΑΠΟΝΤΗΣ

Παλαιότερα το επάγγελμα του Ψαρά δεν απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και συνήθως οι Ψαράδες μάθαιναν από τους γονείς ή συγγενείς τα μυστικά του. Οι βάρκες δεν διέθεταν τα σύγχρονα μηχανήματα όπως συστήματα πλοήγησης, εντοπισμού θέσης, και ασυρμάτους. Ένας καλός ψαράς χρειαζόταν μόνο να έχει αγάπη για τη θάλασσα, να είναι εργατικός και επιδέξιος, και να διαβάζει τον ουρανό και τα άστρα, καθώς και να αντιλαμβάνεται τις καιρικές αλλαγές.

Ο Βασίλης από μικρός κατάφερε με την αγάπη που είχε για τη θάλασσα να γίνει ένας σπουδαίος ψαράς όπου η φήμη του ξεπέρασε το μικρό χωριό του και έφτασε στα πέρατα της Πάφου. Ξανοιγόταν στα πέλαγα και είχε να αντιμετωπίσει το υγρό στοιχείο με τους πολλούς κινδύνους, πολλές φορές σε κακές και άστατες καιρικές συνθήκες. Κυρίως ψάρευε τις νύχτες και επέστρεφε τα ξημερώματα με το κρύο, την υγρασία, τον ήλιο και τις τρικυμίες να τον ταλαιπωρούν πολύ συχνά.

Είχε σωματική ρώμη και τα κατάφερνε καλά, αλλά το ψάρεμα με τα δίχτυα ήταν δύσκολο και κοπιαστικό, γι’ αυτό αποφάσισε να προσλάβει ένα βοηθό.

 

Ο Δημήτρης ήταν ο αργόσχολος του χωριού και την έβγαζε στο καφενείο κουβεντιάζοντας και φιλοσοφώντας με τους απόμαχους ξωμάχους που έσπαζαν τις ατέλειωτες ώρες της ανίας τους και αυτοί στο καφενείο.

Ήταν χαρωπός, ανοιχτόκαρδος, και ευπροσήγορος. Είχε μια χάρη στο λόγο και οι γεροντότεροι τον συμπαθούσαν, αλλά χωρίς να τον ντρέπονται του χτυπούσαν κατάμουτρα το κουσούρι του, δηλαδή πως ήταν ανεπρόκοπος και δεν είχε όρεξη για δουλειά.

Αλλά αυτός τους απαντούσε πως αγαπούσε την εργασία, απλά είχε όνειρα να κάνει μεγάλα πράγματα, και δεν του άρμοζε να γίνει μισταρκός σε κανένα. Απλώς περίμενε τις κατάλληλες συγκυρίες.

Με τον Βασίλη έκαναν παρέα όταν ο καιρός ήταν κακός για ψάρεμα, και στη μικρή ταβέρνα του Φκωνή έπιναν τα κρασάκια τους τις κρύες νύχτες του Χειμώνα καθισμένοι σε ένα παλιό τραπέζι δίπλα στη φωτιά που άναβε στη νηστιά. Δεν τον πείραζε τον Βασίλη που κερνούσε πάντα αυτός, αφού ήξερε πως ο αργόσχολος φίλος του ήταν πάντα απένταρος.

Μια τέτοια βραδιά, ο Δημήτρης του φανέρωσε τις σκέψεις του και του ζήτησε δουλειά. Του εκμυστηρεύθηκε πως έπρεπε να εργαστεί, να φτιάξει ένα μικρό κεφάλαιο για να ανοίξει στην πόλη ένα μπακάλικο. Ο Βασίλης ξαφνιασμένος για την φτωχή επιλογή που διάλεξε ο φίλος του καθώς ήξερε τα μεγάλα όνειρα που είχε, τον ρώτησε γιατί. Και αυτός του απάντησε, θα δεις πως ένας μικρός Μπακάλης σε μια μικρή πόλη με την εξυπνάδα που διέθετε ο ίδιος, μπορούσε γρήγορα να πιάσει την καλή.

 

 Έπιασε δουλειά στο Βασίλη, και έγινε ο βοηθός του. Είχε περισσή όρεξη και έμαθε πολύ γρήγορα τη δουλειά του ψαρά. Καθώς είχε βάλει σχέδιο στο μυαλό του να γίνει γρήγορα ένας επιτυχημένος Μπακάλης, δούλευε σκληρά για να αποχτήσει γρήγορα το κεφάλαιο που χρειαζόταν.

Μέσα στη βάρκα με τις ώρες οι δυο φίλοι έγιναν περισσότερο φίλοι, και ο Βασίλης ευχαριστημένος με την απόδοση του, του έδινε μεγαλύτερο μεροκάματο.

Και ο καιρός περνούσε, πέρασε πολύς καιρός. Όταν επιτέλους ήρθε η ευλογημένη ώρα, με το μικρό κεφάλαιο που μάζεψε και με ένα μικρό δάνειο που του έδωσε ο Βασίλης, μάζεψε τα πράγματα του και έφυγε για την πόλη.

 

Στη πόλη ο Δημήτρης διάλεξε ένα καλό πόστο στο κέντρο του παζαριού, και νοίκιασε ένα μικρό μαγαζί. Έστησε ράφια και τα γέμισε με προϊόντα που αγόρασε άλλα επι πληρωμή και άλλα βερεσέ. Έστησε και ένα πάγκο και πάνω έβαλε μια μηχανοκίνητη ταμιακή μηχανή στην οποία χτυπούσε τα ψωνίσματα.

Έβαλε και μια ταπέλλα που έγραφε «Παντοπωλείο Εδώδιμα και αποικιακά» λέξεις που φιγουράριζαν στα καλά παντοπωλεία. Μέσα έβαλε απ’ όλα σε σημείο που διερωτάτο κάποιος πως σε τόσο μικρό χώρο χωρούσαν τα πάντα. Λάδι, ξύδι, ρύζι, όσπρια, ζάχαρη, ζυμαρικά, μπαχαρικά, τσάι, ζιβανία, κρασί, ούζο, λάμπες, λαμπόγυαλα, κουβαρίστρες, σπάγκους, νήματα, τετράδια, μολύβια, μπογιές, σακοράφες, σπόντες, τσακμάκια, φυτίλια, ασετιλίνη πετρέλαιο.

Ξεκίνησε καλά, και επειδή είχε ποικίλη πραμάτεια, οι άνθρωποι τον υποστήριξαν και έκαμε πολλούς πελάτες. Ανελίχθηκε και πρόκοψε γρήγορα και όλοι τον θαύμαζαν. Το μικρό μπακάλικο έγινε παντοπωλείο, ύστερα υπεραγορά, και τέλος πολυκατάστημα. Ο Δημήτρης έγινε μεγαλοαστός, απέκτησε περιουσία και λογαριαζόταν πλούσιος.

Και περνούσαν τα χρόνια…

Με τον ερχομό του χειμώνα αλάγια σορκών ψάχνουν τροφή στα ρηχά νερά, και το ψάρεμα τους είναι εύκολο. Ήταν τέλη φθινοπώρου θυμάται ο Βασίλης, με τη βάρκα του ψάρευε σορκούς στο Δήμμα, ίσα με τριάντα μέτρα από την ακτή. Καθόταν στη βάρκα του και απολάμβανε τον καλό καιρό με τις ακτίνες του ήλιου από ψηλά να τον ζεσταίνουν ευχάριστα, και βυθισμένος στις σκέψεις του χωρίς να βιάζεται, είχε ριγμένες τις πετονιές και με στωική υπομονή ανάμενε τα ψάρια να τσιμπήσουν. Αγναντεύοντας τα βάθη της θάλασσας είχε την πλάτη στην ακτή και το βλέμμα στον μακρινό ορίζοντα  όπου στην άκρια του ένα πλοίο της γραμμής άφηνε μια στήλη καπνού από το ψηλό φουγάρο.

Η θάλασσα σάλευε όσο μια σταλιά και την απόλυτη ησυχία της απανεμιάς διέκοπτε που και που το κράξιμο κάποιου γλάρου. Ήταν μια απόλυτη σιωπή που σπάνια συνέβαινε στις θάλασσες της Χλώρακας. Έξω στη στεριά επίσης συνέβαινε το ίδιο, καμία ανθρώπινη δραστηριότητα δεν υπήρχε, ήταν σαν όλη η πλάση να κοιμόταν.

Έμοιαζε με νεκρική σιγή, και αυτό υποσυνείδητα το ανησύχησε, ίσως σκέφτηκε να ήταν κακό προμήνυμα.

Ξαφνικά από την ακτή άκουσε θόρυβο, γύρισε και είδε ένα Austin να κυλά στην ανώμαλη ακρογιαλιά. Το αναγνώρισε, ήταν του Δημήτρη. Σήκωσε το χέρι και τον χαιρέτησε, το ίδιο έκανε και ο Φίλος του που αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο σήκωσε τα δυο χέρια και με έντονες κινήσεις του έγνεφε πώς τον ήθελε. Του έγνεψε και ο Βασίλης και τον κάλεσε να βουτήξει, να πάει κοντά του.

Ο Δημήτρης έβγαλε τα ρούχα,  βούτηξε στη θάλασσα, και με μεγάλες οργιές διένυσε την μικρή απόσταση και ανέβηκε στη βάρκα. Αφού είπαν ένα δυο κουβέντες τυπικές, ο Βασίλης τον ρώτησε τι τον ήθελε τόσο επείγον που τον έκανε να φύγει από την πόλη, από την εργασία του για να τον συναντήσει.

Έκπληκτος τον άκουσε να του ζητά να τον προσλάβει ξανά ως βοηθό του.

Ο Δημήτρης διέθετε ένα πολυμήχανο μυαλό και αποφάσισε χωρίς ηθικούς φραγμούς να εκμεταλλευτεί την εξυπνάδα του. Γνώριζε πολλούς τρόπους να προσκομίζεται χρήματα, αλλά αποφάσισε πως τιμιότερος ήταν η κατά λάθος μικροκλοπή. Δεν θα έκλεβε φανερά, αλλά κατά λάθος. Γι αυτό σκέφτηκε να φτιάξει μια επιχείρηση που θα του έδινε τον τρόπο της κατά λάθος υπερχρέωσης των πελατών. Μικρές δικαιολογημένες υπερχρεώσεις που δεν θα έδιναν δικαίωμα σε κανέναν να σκεφτεί ότι ήταν σκόπιμη απάτη. Αποφάσισε πως από τον πάγκο ενός μπακάλικου όπου τα προϊόντα τοποθετούνται στην μια μεριά και αφού χρεωθούν περνούν στην άλλη για να τα παραλάβει ο πελάτης, εύκολα μέσα στα πολλά μπορεί να χρεωθεί κατά λάθος και ένα άλλο.

Τοποθέτησε λοιπόν πάνω στον πάγκο παράμερα σε μια μεριά μια σκόνη πλυσίματος και έναν τενεκέ λάδι. Ανάλογα με το ψώνισμα των πελατών, χτυπούσε στη μηχανή πότε το ένα είδος και πότε το άλλο. Αν ο πελάτης ψώνιζε μικρές ποσότητες χρέωνε επιπλέον μια σκόνη πλυσίματος, αν ψώνιζε πολλά, χτυπούσε στη μηχανή επιπλέον τον τενεκέ με το λάδι. Ήταν πολύ προσεχτικός, και υπερχρέωνε μόνο τους πλούσιους πελάτες καθώς ήξερε πως οι φτωχοί συνήθως ελέγχουν το ψώνισμα τους.

Έτσι ο καιρός περνούσε, και οι τσέπες του γέμιζαν. Όταν οι πελάτες ανακάλυπταν την υπερχρέωση και ανέλυαν τα προϊόντα που ψώνισαν και έβλεπαν πως χρεώθηκαν επι πλέον μια σκόνη ή έναν τενεκέ λάδι, αυτός είχε δικαιολογία ότι εφ όσον το επι πλέον προϊόν ήταν στον πάγκο που ίσως κάποιος προηγούμενος πελάτης είχε ξεχάσει εκεί, συνέβηκε απλά ένα λάθος, αφαιρούσε το επί πλέον ποσό, και ο πελάτης χωρίς παράπονο για ένα λάθος, δεν σκεφτόταν κακοπροαίρετα.

Όσο ο χρόνος περνούσε, ο Δημήτρης γινόταν μέγας και τρανός. Αγόρασε περιουσίες, σπίτια και μετοχές. Λογαριαζόταν ένας ευυπόληπτος πλούσιος επιχειρηματίας και έχαιρε σεβασμού και θαυμασμού, καθώς ένα φτωχόπαιδο κατάφερε με την εξυπνάδα και την εργατικότητα του να επιτύχει και να προκόψει.

Όμως όπως ο Μένανδρος είπε «εκ των γυναικών όλλυται κόσμος άπας», το ίδιο έπαθε και αυτός. Έμπλεξε με μια σκρόφα που την εμπιστεύτηκε και της είπε τα μυστικά του, και όταν δυστηχώς ήρθε ένας καιρός που την παράτησε για το χατίρι μιας άλλης, αυτή πληγωμένη και θέλοντας εκδίκηση, ομολόγησε τις μπαγαποντιές του στον κόσμο και στην αστυνομία.

Έτσι άρχισε η πτώση από τα ψηλά στα χαμηλά. Η φήμη του καταρρακώθηκε, η εμπιστοσύνη χάθηκε, οι πελάτες λιγόστεψαν, αραίωσαν, χάθηκαν. Αυτός σε ένα πείσμα εγωισμού και περηφάνιας προσπάθησε με άπαντες τις δυνάμεις να κρατήσει και να αναστηλώσει την επιχείρηση του, ώσπου μια μέρα ξύπνησε τελείως απένταρος και όλη του την περιουσία υποθηκευμένη στις τράπεζες και στους τοκογλύφους.  

Ο Βασίλης άκουσε έκπληκτος αυτή την εκπληκτική εξομολόγηση και έμεινε σκεπτικός. Από την μια θαύμασε την πονηριά του, από την άλλη τη ξεκουτιά του. Δεν έκρινε την μπαγαποντιά του γιατί άνθρωπος του παζαριού ο ίδιος, είχε γνωρίσει όλες τις κάστες ανθρώπων και είχε διαπιστώσει πως η πλειονότης την είχε έμφυτη. Γιατί λοιπόν να εκπλαγεί με τον φίλο του ο οποίος εξ άλλου έκανε μικρές αλλά έξυπνες απάτες; Έπαιρνε λίγα από πολλούς χωρίς τοιουτοτρόπως να επιβαρύνει τις τσέπες τους παρά ελάχιστα, έτσι που τα λίγα από τον καθένα για τον ίδιο γίνονταν πολλά…

Αφού έμεινε λίγη ώρα σκεπτικός, αποφάνθηκε πως μάλλον ο φίλος του επηρεάστηκε από την ταινία Ρομπέν των Δασών που μαζί είδαν μικροί στο σινεμά του Λεωνίδα και κατέβασε ιδέες.

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Ο Βασίλης ο ψαράς πατέρας του Ανδρέα που και αυτός καλείτο Βασίλης τιμής ένεκεν, πέθανε νέος, πνίγηκε στη μεγάλη καταιγίδα που χτύπησε ένα καιρό τα παράλια της Χλώρακας. Εκείνη τη μέρα  στη βάρκα επέβαινε με τον μικρό Ανδρέα  και τα άγρια κύματα τους αναποδογύρισαν και βούλιαξε η βάρκα στα βάθη της θάλασσας. Ήταν ένα μεγάλο χτύπημα για τον μικρό Βασίλη που είδε τον κύρη του να πνίγεται χωρίς αυτός να δύναται να τον βοηθήσει καθώς πολύ μικρός, μετά βίας και από θαύμα γλύτωσε ο ίδιος.

Όμως τώρα γέρων πλέον, καθισμένος σε ένα βράχο στη ξηρά απέναντι από τις περιβόητες ξέρες που πάνω τους τσακίστηκαν τόσα καράβια και πλοία από καταβολής κόσμου, ενθυμείται νοσταλγικά ιστορίες που του έλεγε ο κύρης του. 

Ήταν μια περίοδος δύσκολη και φτωχή, η  εποχή του μεσοπολέμου, όπου οι άνθρωποι πτώχευσαν και όλοι προσπαθούσαν και κατεργάζονταν τέχνες για να επιβιώσουν. Δυο κολλητοί φίλοι από την Κάτω Πάφο καλοί μαστόροι ξυλουργοί, ναυπήγησαν μια μεγάλη βάρκα και με δίχτυα τράτευαν ψάρια στις θάλασσες της Πάφου. Έστρωσαν μια καλή εργασία και σιγά με τον καιρό, μάζευαν χρήματα και τα φύλαγαν σε ένα μικρό ξύλινο σεντούκι το οποίο είχαν κρυμμένο στο μικρό μπαλαούρο στο πρυμιό ποδόσταμο της βάρκας.

Όταν πέρασε καιρός, τα χρήματα μαζεύτηκαν, έγιναν ένας μικρός θησαυρός. Σκέφτηκαν για να μην έχουν φόβο από κλέφτες, χρησιμοποιούσαν για σπίτι τους το πλεούμενο τους, ακόμα σκέφτηκαν για να μην βρέχονται τα χρήματα από τα κύματα, τα φύλαγαν σε γρόσια.

Μια μέρα του έτους 1930 με τη θάλασσα ησυχασμένη και τον καιρό δίχως κακά προμηνύματα και ενώ έπλεαν μεσοπέλαγα, σηκώθηκε ένα ξαφνικό μπουρίνι και βούλιαξε τη μεγάλη βάρκα. Οι άγριοι άνεμοι, τα θεόρατα κύματα και τα νότια ρεύματα τους έσπρωξαν στις ξέρες του Φουρφουρή και πάνω τσακίστηκαν.

Ναυαγισμένοι μέσα στην άγρια φουρτούνα, όμως καλοί κολυμβητές μετά από ώρες κοπιαστικής προσπάθειας κατάφεραν να βγουν στη στεριά, μακριά από τον τόπο που βούλιαξαν καθώς τα ρεύματα τους παρέσυραν και τα κύματα τους ξέβρασαν στη θάλασσα της Αλικής.  

Αποκαμωμένοι έγειραν στην άμμο να ξεκουραστούν. Έμειναν εκεί τέζα, η μέρα πέρασε, ήρθε η νύχτα, πέρασε κι’ άλλη ώρα. Τα κορμιά τους πονούσαν από το δύσκολο πάλεμα, και ένιωθαν όλους τους μύες πιασμένους και καταπονεμένους. Είχαν δώσει μια αδυσώπητη μάχη με τα στοιχεία της φύσης και κατάφεραν να κρατηθούν ζωντανοί. Ένιωθαν ευχαριστημένοι και ευγνωμονούσαν τον Θεό που τους βοήθησε, ταυτόχρονα η στεναχώρια πλάκωνε στις καρδιές τους για το μεγάλο κακό. Έχασαν όλο το βιός τους, τη βάρκα τους, τα χρήματα τους. Τόσοι χρόνοι εργασίας, τόσοι κόποι, τόση οικονομία να φτιάξουν ένα κομπόδεμα για τα γερατειά τους και τώρα  πλέον τι; Χωρίς χρήματα τι θα απογίνονταν, θα άρχιζαν από αρχής; Δεν ήταν εύκολο. Είχε περάσει η νεότης τους, οι αντοχές τους λιγόστεψαν και τα γερατειά φάνταζαν στο εγγύς μέλλον. Έπρεπε οπωσδήποτε να ψάξουν για το θησαυρό τους. Σαν καλοί ναυτικοί που έγιναν στα τόσα χρόνια, γνώριζαν το ακριβές στίγμα που ναυάγησαν, οπωσδήποτε θα προσπαθούσαν.

Έτσι στο φως του φεγγαριού πήραν το ανηφόρι για τη Χλώρακα, θα πήγαιναν εκεί να αναζητήσουν βοήθεια. Με κόπο σηκώθηκαν και με κόπο έσυραν τα βήματα τους και περπάτησαν τη μικρή απόσταση ως το χωριό που τους φάνηκε όμως πολύ μακριά καθώς ήταν εξουθενωμένοι από τη μεγάλη ταλαιπωρία που υπέστησαν.

Στο πρώτο σπίτι που βρήκαν χτύπησαν την πόρτα. Τα φώτα μέσα ήταν κλειστά, οι άνθρωποι κοιμόντουσαν. Η ώρα ήταν περασμένη αλλά η ανάγκη τους έκαμε να επιμείνουν, να χτυπούν, ώσπου μια χαραμάδα φωτός φάνηκε κάτω από την πόρτα. Ο νοικοκύρης με μια λάμπα πετρελαίου στο χέρι άνοιξε και με την ανησυχία στο πρόσωπο τους ρώτησε τι γύρευαν. Καταλάβαινε πως τέτοια ώρα περασμένη σίγουρα κάτι κακό είχε συμβεί.

Οι ψαράδες του εξήγησαν το κακό που τους βρήκε και του ζήτησαν μια βοήθεια. Ο καλός νοικοκύρης μη έχοντας τρόπο να τους βοηθήσει και θεωρώντας πως ο μουχτάρης του χωριού μπορούσε καλύτερα, τους ορμήνεψε πως λίγο πιο πέρα, στο κέντρο του χωριού, δίπλα στην μεγάλη νεόκτιστη εκκλησία της Παναγίας, μοναχικό που εύκολα θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν, ήταν το σπίτι του Κοινοτάρχη και αυτός σίγουρα θα τους βοηθούσε με τον καλύτερο τρόπο. 

Ο μουχτάρης ο Αντωνάς Λιασίδης ήταν καλός, φιλόξενος και σαν αρχηγός του χωριού πάντα υπηρετούσε με πίστη το καθήκον του. Ήταν δυναμικός, κοψονούρης και έλυνε όσα προβλήματα ενέκυπταν. Άνοιξε λοιπόν την πόρτα, άκουσε το πρόβλημα και αμέσως έμπασε μέσα τους ναυαγούς. Φώναξε της κυράς του να σηκωθεί και όσο να τους κάμει μια σούπα, αυτός τους έφτιαξε ένα τσάι με σπακιά και με χαμηλή φωνή για να μην ξυπνήσουν τα μικρά παιδιά που κοιμόντουσαν στην κάμαρη, κουβέντιασε μαζί τους ώστε να γνωρίσει τι ακριβώς είχε συμβεί.  

Αφού έφαγαν τη σούπα και στένιωσε ο οργανισμός τους, και αφού τους έταξε πως μόλις ξημέρωνε η μέρα θα πήγαιναν για αναζήτηση του ναυαγίου, τους έβαλε να κοιμηθούν στο αχερωνάρι. Εκείνους τους καιρούς της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης του αιώνα, οι οικογένειες ζούσαν σε μικρά σπιτάκια της μιας ή κάποτε και δεύτερης κάμαρης, έτσι μη έχοντας χώρο να τους φιλοξενήσει στο σπίτι καθώς μέσα ζούσε με ένα τσούρμο παιδιά, τους έβαλε να κοιμηθούν με τα βόδια στο αχερωνάρι, πάνω στα άχερα.

Με το χάραμα του φου, όλο το χωριό ήταν στο πόδι. Τα νέα κυκλοφόρησαν και περίεργοι οι φαμελιάρηδες και οι νιοί, μαζεύτηκαν στο καφενείο του Κοινοτάρχη να μάθουν τα νέα από πρώτο χέρι. Στο μεγάλο τετράγωνο τραπέζι κάθονταν οι ψαράδες με τον μουχτάρη και συζητούσαν με όλους τους χωριανούς γύρω καθισμένους.

Εκείνη τη μέρα ο Αντωνάς πούλησε πολλούς καφέδες. Ευχαριστημένος που έβλεπε τη μουχτάρενα να φτιάχνει επιδέξια και με γρηγοράδα τους καφέδες, πήρε το λόγο και εξήγησε σε όλους τη λύση που θα έδινε στο πρόβλημα.

Εκείνο τον καρό ψαράδες στη Χλώρακα που είχαν βάρκα ήσαν όλοι μόνο τρεις. Ο Πιστέντης με τον Βλόκκο που είχαν μια μικρή, και ο Βασίλης που είχε μια μεγαλύτερη. Ο Αντωνάς έστειλε τους γιούς του και τους κάλεσε, έστειλε και ένα χωριανό και κάλεσε τον Γιώρκη.

Ο Γιώρκης ήταν γεωργός και είχε τα χωράφια του δίπλα στη θάλασσα. Ήταν φημισμένος κολυμβητής και βουτηχτής με μεγάλη αναπνοή.

Κατέβηκαν λοιπόν στο Δήμμα το απάνεμο μικρό φυσικό λιμανάκι, και μέσα στη μεγάλη βάρκα του Βασίλη επιβιβάστηκαν ό ίδιος, ο Γιώρκης και οι ψαράδες. 

Ο μουχτάρης τους κατευόδωσε με μια ευχή για επιτυχία, και ο Βασίλης έλυσε τη βάρκα, πήρε τα κουπιά και άρχισε να κωπηλατεί. Η θάλασσα ήταν ήσυχη, χωρίς κύμα. Το μπουρίνι που βούλιαξε τους ψαράδες ήταν περαστό, κράτησε μόνο λίγη ώρα και τώρα η θάλασσα ήταν τελείως γαληνεμένη.

Όταν έφτασαν στον τόπο που τους υπέδειξαν οι ναυαγοί, ο Γιώρκης πήρε τη γυάλα και ενώ ο Βασίλης οδηγούσε επιδέξια τη βάρκα σε κυκλικές κινήσεις, αυτός ανίχνευε τον βυθό της θάλασσας.

Το γυαλί ήταν μια απλή κατασκευή - εφεύρεση των ψαράδων που με αυτό έβλεπαν πεντακάθαρα τον βυθό της θάλασσας. Ήταν ένας μεγάλος τενεκεδένιος μαστραπάς που αφαιρούσαν τον πάτο και τοποθετούσαν στη θέση του ένα καθαρό τζάμι και το στεγανοποιούσαν με στόκο για να μην μπαίνει μέσα νερό να θολώνει. Το βουτούσαν στο νερό, και έβλεπαν πεντακάθαρα μέσα σε αυτό. 

Με υπομονή και με επιμονή, σε κάμποση ώρα εντόπισαν το ναυάγιο. Ο Γιώρκης έτοιμος φορώντας ένα κοντοσώβρακο, πήρε βαθιά αναπνοή και έκανε το μακροβούτι. Όταν έφτασε στη βάρκα, υπολόγισε το βυθό μέχρι εφτά οργιές. Ήταν μεγάλο το βάθος, έπρεπε να κάνει γρήγορα για να μην του τελειώσει η αναπνοή. Η βάρκα ήταν πολύ γερμένη, και το έργο του να ξεσφηνώσει την ξύλινη κασέλα πολύ δύσκολη. Με αγωνία να του φτάσει ο αέρας, με βιασύνη την τράβηξε, και ώ τι ατυχία, αυτή άνοιξε και τα γρόσια έπεσαν στον πάτο της θάλασσας και σχημάτισαν ένα σκούρο γουνάρι που ξεχώριζαν πεντακάθαρα πάνω στη ξανθή άμμο.

Μη έχοντας όμως άλλη αναπνοή, ανέβηκε στην επιφάνεια να αναπνεύσει, και να ξαναβουτήκσει να τα μαζέψει.

Βγαίνοντας πιάστηκε από τη βάρκα να ξαποστάσει, και αφού πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες, εξήγησε τα καθέκαστα στους άλλους. Οι δυο ψαράδες με μια ελπίδα στην καρδιά να γενιέται ένιωσαν μια ανακούφιση, και με αγωνία αποφάσισαν να περιμένουν το επόμενο μακροβούτι του Γιώρκη.

Ο Γιώρκης ξαναβούτηξε, έφτασε στο βυθό, αλλά αχ τι κακό, τα γρόσια δεν ήταν στη θέση τους. Βούλιαξαν στη μαλακή άμμο και χάθηκαν. Άρχισε με τα χέρια να ανασκαλίζει το βυθό, αλλά τίποτα. Τα κατάπιε η άμμος και όσο κρατούσε η αναπνοή του έψαχνε και έψαχνε.

Ξαναβούτηξε πολλές φορές, αλλά πάλι τίποτα. Τα γρόσια χάθηκαν, τα κατάπιε η θάλασσα.

Οι ψαράδες πολύ στεναχωρημένοι παρακαλούσαν τον Άη Νικόλα να κάμει ένα θαύμα, να βρεθεί η περιουσία τους, αλλά ίσως εκείνη τη μέρα ο Άγιος ασχολείτο με άλλους ναυαγούς.

Ύστερα από πολλές προσπάθειες, ο Βασίλης αποφάσισε πως δεν μπορούσαν να κάμουν τίποτα άλλο. Κάλεσε τον Γιώρκη να ανέβει στην βάρκα, και εξηγώντας πως άλλο δεν γινόταν, και λέγοντας δυό λόγια παρηγοριάς στους ψαράδες, πήρε τα κουπιά και έβαλε ρότα για τη στεριά.

Οι δυό φίλοι από την Κάτω Πάφο κατσουφιασμένοι καταριόνταν την κακή τους μοίρα, και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια τους.

(Τις πληροφορίες μου έδωσε ο Ανδρέας Λιασίδης, εγγονός του Αντωνά Λιασίδη)