Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΥ


Ο πόνος της μάνας

Κάθε μέρα πριν ο ήλιος βγει, οι χωριανοί την έβλεπαν σκυφτή και θλιμμένη με γρήγορο περπάτημα να πηγαίνει στο ξωκλήσι του Άη Νικόλα να κάνει την προσευχή της. Μια φιγούρα μικρή, χήρα μαυροφορούσα, μια μάνα πονεμένη. Η θάλασσα έπνιξε τον άντρα της και πλάνεψε το παιδί της. Της πήρε ότι είχε πολυτιμότερο στην άραχνη ζωή της.

Και σαν τη στοιχειωμένη με ζέστη και με κρύο, σε ήλιο και βροχή, σκυθρωπή χωρίς μιλιά για κανένα, βουβή και βιαστική σαν την κυνηγημένη από κάποιο στοιχειό, ανεβαίνει το ανηφόρι. Μεγάλος ο πόνος μέσα της, έχασε το παιδί της. Δεν αρρώστησε, δεν πέθανε, μόνο χωρίς να ακούσει το παρακάλιο της έφυγε μακριά στα ξένα.

Το στερνοπαίδι της, το στήριγμα της, πήγε σε άλλες χώρες. Μπαρκάρισε στα καράβια, να βρει το ριζικό του. Γράμμα δεν έστειλε, ούτε χαπάρι. Μακριά από συγγενείς και φίλους, ξένος μέσα σε ξένους  χωρίς γνώριμον, μοναχός να πίνει το πικρόν φαρμάκι του νόστου. Να θαλασσοδέρνεται μέσα στους ωκεανούς και να κινδυνεύει. Ήθελε λέει, να γίνει ταξιδευτής του κόσμου. Να γνωρίσει άλλες θάλασσες και μεγάλες πόλεις.

Δεν νοιάστηκε τη μάνα του ούτε την αδερφή του. Και χάθηκε, πάει καιρός, δεν έχει κανένα μήνυμα του. Κι αν αρρώστησε; Ποιος θα τον νοιαζόταν, ποιος θα τον φρόντιζε; Κι αν πέθανε ποιος θα τον λυπόταν, ποιος θα τον μοιρολογούσε; Μοναχός να ψυχομαχεί, μοναχός να αφήνει την τελευταία πνοή του. Και ύστερα να τον ρίχνουν στη μαύρη θάλασσα να τον φαν τα ψάρια. Κι αν το πλοίο βούλιαζε, κι αν πνιγόταν; Πάλαι μέσα στη θάλασσα να τον τρων τα μαύρα ψάρια, κι η μάνα του να τον καρτερά και νέα του να μην έχει.

Η τύχη της έτσι έγραψεν, έτσι να πάθει, να μείνει μοναχή, και πολυπικραμένη. Να κλαίει να οδύρεται και να γυρεύει το γιο της. Να παρακαλεί καθημερινά τον Άγιο πίσω να τον φέρει.

Και τώρα νάσου την, γονατιστή μπροστά στο εικόνισμα με πόνο στη καρδιά και δάκρυα στα μάτια καταριέται να ξεραθεί η θάλασσα και τα ψάρια να ψοφήσουν. Να μην κινδυνεύει ο γιος της και πίσω να γυρίσει.

Το κορμί της μούδιασε και κοκκάλωσε στην ώρα την πολλή που έμεινε γονατισμένη, απόκαμε το σώμα της. Με κόπο και προσπάθεια σηκώθηκε, ξεμούδιασε λιγάκι και κούτσα κούτσα με βήμα συρτό, πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Το ίδιο δρομολόι καθημερινά, χειμώνα καλοκαίρι. Και οι χωριανοί που την έβλεπαν έλεγαν, -αχ την καημένη, της σάλεψε το μυαλό από τη μεγάλη θλίψη.

 

Νόστιμον ήμαρ

Πέρασαν χρόνια και καιροί, και εδέησεν ο Θεός να φωτίσει τον ξενιτεμένο να θέλει να γυρίσει πίσω. Να πεθυμήσει την θάλασσα στο Δήμμα που μέσα αναγιώθηκε κι ανδρώθηκε. Τις ξέρες του Φουρφουρή και το βουητό της Βρέξης.

Την Αλική του Κούλουρου με το αλμυρό αλάτι και τον ψηλό γκρεμμό του Πάρακα που δέσποζε απ όλους τους άλλους βράχους.

Τους τόπους τους χλωρούς με τις αρκόσσιυλλες, τις σχοινιές, τις τερατσιές, και τους μεγάλους δρύες. Τα ψηλά κριθάρια στους αγρούς το χειμώνα και τους ξερούς κάμπους το καλοκαίρι με τα θερισμένα στάχια να κιτρινίζουν τα χωράφια. Θυμήθηκε τις λαγκαδιές που λαχανιασμένος περπατούσε και έβοσκε τις αίγιες και τους βαθιούς ίσκιους των τρεμιθιών που κάτω ξαπόσταινε και λαγοκοιμόταν.

Βαρέθηκε τους ξένους ουρανούς, πεθύμησε τους δικούς του. Με τον ήλιο τον καυτό να τον καίει, και αυτός σκυφτός τα δίχτυα να υφαίνει. Πεθύμησε τα δροσερά νερά της θάλασσας μέσα να ξαποσταίνει και τα ψηλά χλωρά κίτρινα φύκια που βλάσταιναν στους βράχους να του χαϊδεύουν το γυμνό κορμί.

Μα περισσότερο νοστάλγησε την άμοιρη του μάνα που τη θυμάται να τον αποχαιρετά με μάτια βουρκωμένα και την αδερφή του τη μικρή να του κουνάει το χέρι χωρίς να καταλαβαίνει. Τους παλιούς του φίλους και συγγενείς που δεν τους αποχαιρέτησε, αλλά τώρα στο γυρισμό σίγουρα θα τους χαιρετούσε.

Πήρε λοιπόν την απόφαση να γυρίσει πίσω. Αμέσως μια ανακούφιση τον κυρίευσε και θέριεψε εντός του μια μεγάλη νοσταλγία, έτσι που βιαστικός πήγε στο Μαρκόνη και έστειλε τηλεγράφημα στη μάνα του να της πει πως γυρίζει πίσω.

Ω και τι ανακούφιση, η ψυχή αγάλιασε και γέμισε με πικρόγλυκο άλγος που γέννησε και γιγάντωσε την προσμονή και τη λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα.

Ναι σκέφτηκε, πολλά χρόνια έλειψε, καιρός να επιστρέψει. Να ξανανταμώσει τους δικούς του και τα μέρη τα αγαπημένα που χαραγμένα μέσα του τα είχε βαθιά θαμμένα.

 

Ο γυρισμός

Εκείνη τη μέρα έκανε κρύο και ο καιρός έδειχνε πως θα φέρει βροχή. Όμως η γριά Κατερίνα χωρίς να νοιάζεται για τα καιρικά φαινόμενα ανέβαινε το ανηφόρι του Άη Νικόλα και είχε ανάλαφρο βήμα σαν να είχε ξανανιώσει. Την καρδιά της πλημύριζε μια απέραντη χαρά που ομόρφαινε τη ξερακιανή όψη της και έκρυβε τις βαθιές ρυτίδες και τη σκληράδα του πόνου που είχαν χαράξει πάνω οι πολύχρονες πίκρες της μεγάλης προσμονής. Όμως τώρα ήταν ευτυχισμένη, και η καρδιά της πονούσε από την πολλή χαρά.

Και περπατούσε και παραμιλούσε η άμοιρη, και έλεγε με καμάρι δεξιά και αριστερά σε όλο το χωριό.

-Αμ, πώς, τι νομίζατε, δεν θα γύριζε ο γιος μου;

Πριν λίγη ώρα έξω στην αυλή της καθώς σκυθρωπή αγέλαστη και μαγκούφα με τις πόρτες σφαλιστές ξεχώρτιζε το μικρό μποστάνι της, ήρθε ο ταχυδρόμος και της έφερε τα καλά μαντάτα. Φάνηκε από μακριά να κουνά τα χέρια με ένα χαρτί στο χέρι, ένα τηλεγράφημα, να το ανεμίζει, και να φωνάζει με στεντόρεια φωνή,

-θειά Κατερίνα, έρχεται ο Βασίλης, έρχεται ο γιος σου.

Σαν αλαφιασμένη η γριά, έμεινε στήλη άλατος και τον κοίταζε μη μπορώντας να πιστέψει και να συνειδητοποιήσει το καλό μαντάτο.

Έμεινε ώρα ακίνητη ακούγοντας τον ταχυδρόμο να της διαβάζει το τηλεγράφημα και μιλιά δεν έβγαζε. Δέθηκε ένας κόμπος στο λαιμό της και της πήρε τη λαλιά.

Και ύστερα ένας μεγάλος στεναγμός ανακούφισης βγήκε απ τα σωθικά της και ένιωσε ξαναγεννημένη. Και δείκλησε στον ουρανό και είδε το Θεό να της χαμογελά και άρχισε να τον δοξολογεί. Δεικλησε και στον ταχυδρόμο που έφερε τα καλά νέα και τον ευλόγησε με την ευχή της. Και τρεχάτη έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε διάπλατα και φώναξε την κόρη της.

-Ελπίδα ξύπνα, έρχεται ο αδερφός σου. Άνου γοργά και άνοιξε διάπλατα πόρτες και παραθύρια. Και με γοργές κινήσεις γεμάτη ζωντάνια και χαρά, η ίδια άνοιγε ένα ένα τα παραθύρια.

Η κόρη της αγουροξυπνημένη την κοίταε απορημένη, και της λέει,

-μάνα τι έπαθες, χειμώνα καιρό με κρύο τσουχτερό; Τόσα καλοκαίρια με αφόρητη ζέστη τα είχες σφαλιστά, και τώρα καταχείμωνα τα ανοίγεις διάπλατα;

Η γριά Κατερίνα από τη μέρα που έφυγε ο κανακάρης της ο Βασίλης, δεν άνοιγε παράθυρα, και πόρτες. Δεν ήθελε να βγει έξω ο πόνος της, τον ήθελε καταδικό της, να μην τον μοιράζεται με κανένα. Εμίσσεψε ο γιος της και μάρανε η ψυχή της, και χάθηκε το φως της. Τώρα όμως που γύριζε, η χαρά πλημύριζε και ξεχείλιζε τη καρδιά της. Ήθελε να ανοίξει τα πορτοπαραθυρόφυλλα να μπει μέσα το φως Θεού, μαζί με το φως των ομματιών της, τον Βασίλη της.

Έτσι σκεφτόταν η τρελή, έτσι την κατάντησε το μαράζι του μισεμού του γιου της.