Ο ΠΑΛΙΟΣ ΑΜΦΟΡΕΑΣ

Ο Βασίλης κάθε λίγο καιρό έφευγε από το μεγάλο αρχοντικό στην πόλη και κίναγε στο χωριό στο παλιό πατρικό του σπίτι, ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες κτισμένες με πηλό και πέτρα. Αν και παρατημένο και εγκαταλειμμένο πλέον, εντούτοις έστεκε καλά καθώς το συντήρησε και το επιδιόρθωσε. Το ήθελε εκεί, να στέκει στο χρόνο σαν μνημείο αιώνιο να του θυμίζει τα παλιά και κάθε φορά αντικρύζοντας το να ανασκαλίζει το παρελθόν και να ενθυμείται τα τόσα γεγονότα που συνέβησαν, τις τόσες δυσκολίες και κακουχίες εκείνης της παλιάς εποχής που έζησε αλλά που όμως τον άνδρωσαν και τον σκληραγώγησαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα παλικάρι που με θάρρος μόχθησε σκληρά σε όλη του τη ζωή και κατάφερε να πραγματοποιήσει τα όνειρα του. 

Το μεγάλο αμάξι κυλούσε με χαμηλή ταχύτητα στο δρόμο και διέσχιζε τη μεγάλη πεδιάδα που παλιά ήταν γεμάτη περβόλια με τις όχθες βλαστημένες από καταπράσινα αιωνόβια δένδρα και που έμοιαζαν τον τόπο ίδιο παράδεισο, αλλά που σήμερα ήταν ίδιος γκρίζο τοπίο κτισμένο από μπετόν όπου  σε μια σύγχρονη εποχή ασυλλόγιστης και άναρχης ανάπτυξης, οι άνθρωποι μετέτρεψαν τον τόπο σε σκυθρωπό και μουντό περιβάλλον.

Ήταν ο δρόμος πλατύς, αριστερά η θάλασσα αποκομμένη και σκιασμένη από τα μεγάλα ξενοδοχεία, ενώ στα δεξιά τα καινούργια κτίσματα και διαμερίσματα είχαν γεμίσει τον κάμπο αντικαθιστώντας όλη τη βλάστηση με στενά και πλατιά δρομάκια έχοντας μόνη πρασινάδα μικρά καχεκτικά δεντράκια φυτεμένα πάνω στα πεζοδρόμια.

Η θάλασσα της Χλώρακας με τις απόκρημνες ακτογραμμές και τους μικρούς κολπίσκους που ήταν φυσικά απάνεμα λιμανάκια, σήμερα δεν ήταν ίδια, είχαν χαλάσει και αλλάξει από ανθρώπινα χέρα και είχαν αποκοπεί, αφήνοντας ελάχιστες διόδους και προσπελάσεις. Εκεί που έδενε τη βάρκα του έναν παλιό καιρό, σήμερα για να πάει έπρεπε να περπατήσει, να διασχίσει αυλές ξενοδοχείων, και να δρασκελίσει γυμνά κορμιά λουόμενων τουριστών που ξάπλωναν σε ξαπλώστρες απλωμένες σε όλες τις ακτές.

Με θλίψη και κυριευμένος με στενάχωρα συναισθήματα τα έβλεπε και μαύριζε η ψυχή του. Καταλάβαινε πως η πρόοδος ήταν αναπόφευκτη και πως όλα ήταν επακόλουθα της, όμως δεν συμφωνούσε, σκεφτόταν πως έπρεπε όλα να γίνονται με μέτρο και να συνάδουν με το φυσικό περιβάλλον, ακόμα πόσο μάλλον, θα έπρεπε η φύση να προστατεύεται και να υποβοηθείται στην ανάπτυξη της.

Οδηγώντας με μέτρια ταχύτητα διέσχισε τον κάμπο και μπήκε στο χωριό όπου και εκεί είχαν αλλάξει όλα. Τα χωράφια έγιναν οικόπεδα, όλα τα κτίσματα στους δρόμους έγιναν μαγαζιά και από πάνω κτισμένα μικρά κουτάκια - διαμερίσματα  σταματούσαν τον θαλασσινό αγέρα και δεν τον άφηναν να φυσήξει πιο πέρα.

Κατσουφιασμένος και θλιμμένος σταμάτησε στη μικρή αυλή έξω από το παλιό σπίτι. Κατέβηκε και με αργό βήμα πήγε στη πόρτα, την άνοιξε και προχωρώντας προς το μεγάλο παραθύρι άνοιξε τα παντζούρια. Το φως άπλετο εισχώρησε στη σκοτεινή κάμαρη και τα παλιά έπιπλα όμορφα και λιτά, του φάνηκαν ακριβώς ίδια όπως πριν τόσα χρόνια.  

Το παλιό τραπέζι με τις τόνενες καρέκλες καταμεσής της κάμαρης, το μεγάλο σεντούκι στην μια άκρια, τον σκαλιστό καναπέ στην άλλη, και στην παράλλη μια γυάλινη αρμαρόλλα γεμάτη με κοράλλια, σφουγγάρια, και μερικά σπασμένα αρχαία πήλινα αντικείμενα βγαλμένα από τη θάλασσα.

Κάθε φορά που ο Βασίλης άνοιγε την πόρτα στο παλιό σπίτι, οι αναμνήσεις τον κατέκλυζαν και ξανά από την αρχή νοερά ζούσε τα χρόνια του τα παιδικά τα δύσκολα αλλά και όμορφα συνάμα. Πέρασαν πολλές δεκαετίες από τότε, αλλά όπως πάντα όταν ο χρόνος αμείλικτος κυλά και οι μνήμες ξεθωριάζουν στις σκέψεις των ανθρώπων, πολλές από αυτές μένουν ανεξίτηλα γραμμένες ίδιες όπως να συνέβησαν εχτές.

Στάθηκε με το βλέμμα νοσταλγικό να κάνει γύρα στους τοίχους που πάνω είχε κρεμάσει παλιά δίχτυα διακοσμημένα με αστερίες και τα παλιά κουπιά της πρώτης του βάρκας περιπλεγμένα σε αυτά, ενώ πάνω στην αρμαρόλλα ένας ωραιότατος αρχαίος αμφορέας έδινε μια άλλη όψη στο χώρο και του θύμισε τα παλιά χρόνια όταν μικρός ερχόταν τις νύχτες μετά τη σχόλη από το ψάρεμα για να κοιμηθεί λίγες ώρες, πάντα το δείν του έπεφτε πάνω του.

Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ αργά που βάσταζε τον μεγάλο αμφορέα με τα δυο του χέρια να μην του πέσει, καθώς κουρασμένος από το βάρος του τον μετέφερε περπατητός από τη θάλασσα, και έβαλε μια φωνή δυνατή στη μάνα του να του ανοίξει την πόρτα. Της φώναξε μια, της φώναξε δυό, αλλά εκείνη λίγο κουφή δεν τον άκουγε. Θυμήθηκε που ξεσήκωσε τη γειτονια και οι γειτόνοι βγήκαν στα παραθύρια και τον ρωτούσαν τι συμβαίνει. Θυμήθηκε τη θεια του μια κακάσχημη γεροντοκόρη που του έβαλε τις φωνές, πιο δυνατές από τις δικές του, να σταματήσει να φωνάζει γιατί ο κόσμος ήθελε να κοιμηθεί. Τώρα ήσαν όλοι πεθαμένοι, Θεός μακαρίσι τους, αλλά οι θύμησες ζωντανές του έφερναν γλυκόπικρη νοσταλγία. 

Ο αμφορέας της ιστορίας μας δεν ήταν σπουδαίος. Ήταν σίγουρα πλασμένος από τα χέρια ενός επιδέξιου κεραμέα και όμοιος με χιλιάδες άλλους αμφορείς. Ίσως γεμάτος με κρασί τοποθετήθηκε στο αμπάρι ενός εμπορικού πλοίου και το ταξίδι που ξεκίνησε έμεινε μεσοστρατίς, είχε βουλιάξει στη θάλασσα του Φουρφουρή καθώς ίσως μια μεγάλη τρικυμία το τσάκισε στις ξέρες. Πέρασαν αιώνες μέσα στο βυθό της θάλασσας, και ήταν της τύχης να πιαστεί στα δίχτυα του Βασίλη και να ανασυρθεί στη στεριά.

Ο Βασίλης αν και πολύ νεαρός, λογαριαζόταν στους καλούς ψαράδες καθώς από γεννησιμιού του ασχολιόταν με το επάγγελμα. Μόλις κατάφερε να αποκτήσει δική του βάρκα θυμάται εκείνη τη φορά μαζί με τους κολλητούς του φίλους τον Αρέστη και τον Κορκό, καλάρισαν δίχτυα για μεγάλα ψάρια, κάτι χοντρά δίχτυα με μεγάλα ανοίγματα, και όπως όλοι οι ψαράδες όταν τα τραβούσαν και τα ένιωθαν βαριά σκέφτονταν πως πολλά μεγάλα ψάρια είχαν πιάσει και χαίρονταν, έτσι οι τρεις φίλοι όταν τα ένιωσαν βαρετά, με αδημονία αλλά προσεχτικά, τα σάρπαραν, αλλά ώ τι δυστυχία τι να δουν, μέσα πιασμένα υπήρχαν λίγα ψάρια μαζί με πέτρες και άλλα πράγματα που είχαν ανασύρει από το βυθό. Στεναχωρήθηκαν πολύ, όχι τόσο επειδή δεν ήταν καλή η ψαριά, όσο επειδή είχαν πιστέψει το αντίθετο.  

Ο Αρέστης με τον Κορκό άρχισαν να διαλέγουν τα ψάρια, ενώ ο Βασίλης περίεργος, έσκυψε να περιεργαστεί τα ξένα αντικείμενα που ανασύρθηκαν με τα δίχτυα. Γεμάτο από ιλύ ανακάλυψε έναν αμφορέα που μόλις τον καθάρισε λίγο, είδε να ξεπροβάλλουν στα τοιχώματα του γεωμετρικά σκαλίσματα . Σιγά σιγά τον καθάρισε περισσ’οτερο και εντυπωσιασμένος ανακάλυψε πως ψάρεψε ένα θαυμαστό αντικείμενο, έναν αρχαίο αμφορέα που ο πλάστης μιας τόσο αρχέγονης τέχνης τον είχε κατασκευάσει τόσο όμορφο και περίτεχνο.

Είχε οριζόντιες λαβές στην κοιλιά και διακόσμηση με ομόκεντρα ημικύκλια και κύκλους που είχαν χαραχθεί με διαβήτη και περιέκλειαν σταυρόσχημα γεωμετρικά σχέδια.

Ο Αρέστης και ο Κορκός αφού τέλειωσαν το ξεψάρισμα των διχτύων, έστρεψαν την προσοχή τους στο Βασίλη και αντίκρυσαν τον ωραιότατο αμφορέα που κρατούσε στα χέρια. Έμειναν και αυτοί να τον αποθαυμάζουν, αλλά στο τέλος μια διαμάχη ξέσπασε μεταξύ τους καθώς τον ήθελαν όλοι για δικό τους.

Θυμάται ο Βασίλης σαν να ήταν χθες, θύμωσε και τους έβαλε τις φωνές. Τους είπε πως ήταν δικός του αφού η βάρκα και τα δίχτυα ήταν δικά του, και πως αυτοί δεν είχαν κανένα δικαίωμα. Θυμωμένος και γυμνασμένος σωστό παλληκάρι, φάνταζε αγριωπός, οπότε οι φίλοι του θέλοντας και μη, σταμάτησαν τη διεκδίκηση.

Τώρα, εκεί μπροστά του τοποθετημένος πάνω στην αρμαρόλλα ο αμφορέας, του θύμισε τον μεγάλο καυγά τους, που ευτυχώς δεν έγινε η αιτία να χαλάσουν τη φιλία τους. Του κράτησαν μούτρα για λίγες μέρες, αλλά ύστερα τους πέρασε και ξανάγιναν φίλοι όπως και πριν, μια μεγάλη φιλία που ακόμα υπάρχει και θα υπάρχει, και θα τους δένει εφ όρου ζωής.